Με αφορμή την έκδοση του έργου Junk DNA. Ένα ταξίδι στη σκοτεινή ύλη του γονιδιώματος, συζητάμε με τη Nessa Carey για τις εξελίξεις στη βιολογία και τη βιοτεχνολογία, για τη στοχευμένη γονιδιακή επιμέλεια, την κλιματική αλλαγή αλλά και τα εμβόλια κατά της covid-19.

Η καθηγήτρια Nessa Carey είναι Βρετανή βιολόγος, η οποία εργάζεται στο πεδίο της μοριακής βιολογίας και της βιοτεχνολογίας. Είναι Entrepreneur-in-Residence της Βασιλικής Εταιρείας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και Visiting Professor στο Imperial College του Λονδίνου. Έχει γράψει τα έργα The Epigenetics Revolution: How Modern Biology Is Rewriting Our Understanding of Genetics, Disease, and Inheritance (2012) [ελληνική έκδοση: Η Επιγενετική Επανάσταση. Σύγχρονη βιολογία και η αντίληψή μας περί γενετικής, ασθενειών και κληρονομικότητας (Ροπή, 2015)], Junk DNA: A Journey Through the Dark Matter of Genome (2017) [ελληνική έκδοση: Junk DNA. Ένα ταξίδι στη σκοτεινή ύλη του γονιδιώματος (εκδόσεις ΕΑΠ, 2020)] και Hacking the Code of Life. How Gene Editing Will Rewrite Our Futures (2019).

Δύο έργα της έχουν ήδη εκδοθεί στα ελληνικά, με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό να τα υποδέχεται με ενθουσιασμό ως συναρπαστικά, καθηλωτικά, ενημερωτικά και χιουμοριστικά. Επιπλέον, τα έργα της έχουν θεωρηθεί ως μια εξαιρετική και στιβαρά τεκμηριωμένη εισαγωγή σε ένα σύνθετο θέμα σε ένα πεδίο που απευθύνεται σε μη ειδικούς και μη επαγγελματίες αναγνώστες, προωθώντας την κατανόηση της ιστορίας και του δυνητικού μέλλοντος των τεχνολογιών της επιγενετικής και της στοχευμένης γονιδιακής επιμέλειας (gene editing).

Αγαπητή Καθηγήτρια Carey,

Έχοντας μελετήσει τα –διαφωτιστικά και πολύ εύστοχα– δημοσιευμένα έργα σας, αισθανόμαστε καταρχάς μεγάλη τιμή για τη δυνατότητα που μας δίνεται να συζητήσουμε μαζί σας κάποια από τα ζητήματα που εγείρονται σε ένα σχετικά νέο πεδίο, στη βιολογία και τη βιοτεχνολογία, όπου σημειώνονται ραγδαίες εξελίξεις, καθώς η κλινική εφαρμογή τους φαίνεται να μεταβάλει την τοπογραφία της ιατρικής, όπως τη γνωρίζουμε μέχρι σήμερα.

Από το 1953 που ανακαλύφθηκε ο διπλός έλικας του DNA, μόλις το 2001 ολοκληρώθηκε η αλληλουχία του ανθρώπινου γονιδιώματος, αποκαλύπτοντας ότι πάνω από το 98% του DNA στα ανθρώπινα κύτταρα είναι μη κωδικό, «άχρηστο» DNA και μόλις μερικά χρόνια αργότερα, το 2012, αναπτύχθηκε η νέα τεχνολογία της στοχευμένης γονιδιακής επιμέλειας. Είναι προφανές ότι οι εξελίξεις στο πεδίο κινούνται εξαιρετικά γρήγορα και από ό,τι μπορούμε να διακρίνουμε στο τελευταίο σας βιβλίο, Hacking the code of life, η ανθρωπότητα είναι πολύ κοντά στο να βιώσει μια ριζικά διαφορετική –και πολλά υποσχόμενη—ιατρική αντιμετώπιση πολλών ασθενειών και διαταραχών, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και του καρκίνου ή της γήρανσης. Πόσο διαφορετική και καινοτόμος θα μπορούσε να είναι η ιατρική τα επόμενα δέκα ή είκοσι χρόνια από τώρα, δεδομένων των εξελίξεων στην έρευνα για την επιγενετική τροποποίηση και τη στοχευμένη γονιδιακή επιμέλεια; Είναι πιθανό στο κοντινό μέλλον η στοχευμένη γονιδιακή επιμέλεια να αντικαταστήσει τη θεραπεία με φάρμακα, τουλάχιστον όσον αφορά κάποιες ασθένειες;

Το πεδίο της στοχευμένης γονιδιακής επιμέλειας είναι πολύ κοντά στη θεραπεία κάποιων γενετικών ασθενειών των ανθρώπων. Η δρεπανοκυτταρική αναιμία και η μεσογειακή αναιμία είναι αμφότερες παθήσεις στις οποίες η αιμοσφαιρίνη –η ουσία που μεταφέρει οξυγόνο στο αίμα μας— παρουσιάζει ανωμαλίες λόγω κληρονομημένων μεταλλάξεων. Η στοχευμένη γονιδιακή επιμέλεια έχει εφαρμοστεί σε κλινικές δοκιμές σε έναν μικρό αριθμό ασθενών με αυτές τις παθήσεις και τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Άνθρωποι που χρειάζονταν συχνά μεταγγίσεις αίματος, και νοσηλεύονταν σε συστηματική βάση, τώρα παράγουν υγιή αιμοσφαίρια και δεν χρειάζεται πλέον να νοσηλευτούν.

Θα χρειαστεί καιρός ακόμα προκειμένου να αναπτυχθούν επαρκείς και αποτελεσματικές μέθοδοι της στοχευμένης γονιδιακής επιμέλειας για άλλες ασθένειες, επειδή είναι πολύ πιο δύσκολο να αξιοποιήσουμε αυτή τη μέθοδο στον εγκέφαλο από ό,τι στο αίμα, για παράδειγμα, αλλά πιστεύω ότι βρισκόμαστε στην αρχή μιας επανάστασης στην αντιμετώπιση – και ακόμα περισσότερο στη θεραπεία— γενετικών διαταραχών.

Επιπλέον, παρατηρούμε ότι γίνονται άλματα στην αντιμετώπιση του καρκίνου και άλλων ασθενειών με τη χορήγηση φαρμάκων που θεραπεύουν επιγενετικά μονοπάτια. Πιστεύω ότι την επόμενη δεκαετία θα βλέπουμε ολοένα πιο επιτυχημένες επιγενετικές μεθόδους όσο περισσότερο κατανοούμε τη βιολογία πίσω από αυτό το περίπλοκο σύστημα.

Όσον αφορά το «ασυνήθιστο σενάριο» του DNA, όπως το αποκαλείτε, και τις πρόσφατες ανακαλύψεις για τη σημασία του μη κωδικού DNA, πέρα από τον ζωτικό του ρόλο στη εξασφάλιση μοτίβων έκφρασης των υγιών γονιδίων, υπάρχουν άλλες νέες ανακαλύψεις σχετικά με τη χρησιμότητά του στην υγεία των ζωντανών έμβιων όντων; Πόσο μακριά έχει φτάσει η γνώση μας για το μη κωδικό DNA και, επιπλέον, να αναμένουμε κλινική εφαρμογή αυτών των συναρπαστικών εξελίξεων στην ιατρική;

Το μη κωδικό DNA είναι ένας αρκετά σκανδαλιστικός όρος για τους επιστήμονες, επειδή όσο ανακαλύπτουμε νέες λειτουργίες του, τόσο περισσότερο άβολα αισθανόμαστε να το ονομάζουμε μη κωδικό («άχρηστο»). Επαναλαμβάνω ότι ο καρκίνος είναι η περιοχή για την οποία είμαστε πλέον αισιόδοξοι ότι έχει όντως μια λειτουργία ένα μέρος του DNA που δεν κωδικοποιεί πρωτεΐνες, μολονότι συχνά η λειτουργία αυτή δεν είναι καθόλου χρήσιμη όταν παίρνει λάθος δρόμο. Είναι συναρπαστικό να βλέπουμε κλινικούς γιατρούς και φαρμακευτικές εταιρείες να αναπτύσσουν θεραπείες που χρησιμοποιούν αλληλουχίες από το «καλό» μη κωδικό DNA για να αντισταθμίσουν τα αποτελέσματα του «κακού».

Υποστηρίζετε ότι σε όλη τη διάρκεια ζωής της ανθρώπινης ύπαρξης το γονιδίωμά μας διαρκώς βομβαρδίζεται από δυνητικά καταστροφικά ερεθίσματα στο περιβάλλον μας, τα οποία απειλούν την ακεραιότητά του, καθώς επίσης ότι η μονωτική θεωρία του μη κωδικού DNA έχει σημαντική συνεισφορά σε αυτό, αφού το τελευταίο βοηθά να εμποδίσει ή αποκαθιστά την πιθανή βλάβη. Ισχύει κάτι τέτοιο; Και αν ναι, πώς συνδυάζεται με την επιγενετική και την ικανότητά μας να προσαρμοζόμαστε ή να επηρεαζόμαστε από περιβαλλοντικούς παράγοντες;

Ένα από τα προβλήματα στη βιολογία είναι ότι οι ίδιοι παγιδευόμαστε σε μικρά κουτιά. Έτσι, κάποιοι άνθρωποι υποστηρίζουν ότι το μη κωδικό DNA δρα ως ένα γιγάντιο σφουγγάρι το οποίο απορροφά όλους αυτούς τους δυνητικά επιβλαβείς παράγοντες, όπως την ακτινοβολία, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται απλώς για παράπλευρο φαινόμενο και ότι η πραγματική σημασία του λεγόμενου junk είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να ρυθμίζει τα παραδοσιακά γονίδια. Δεν βλέπω γιατί πρέπει να είναι είτε είτε. Γιατί δηλαδή να μην μπορεί να κάνει και τα δύο και ακόμα περισσότερα;

Ένα από τα πράγματα στα οποία αναφέρεστε στο βιβλίο σας Junk DNA είναι το τελομερικό DNA και η συνεισφορά του στη διατήρηση της δομικής ακεραιότητας. Ωστόσο, τα τελομερή επίσης λειτουργούν ως το «μοριακό μας ρολόι», καθώς το μήκος τους σχετίζεται με τη γήρανση. Σε αυτό το σημείο φαίνεται ότι μια νέα ευκαιρία ανοίγεται σε εταιρείες και επιχειρηματίες που θα επιδίωκαν την εμπορευματοποίηση αυτής της τεχνολογίας, υποσχόμενοι την καθυστέρηση αν όχι την αναστολή της γήρανσης, προκειμένου να ικανοποιήσουν την ανθρώπινη ματαιοδοξία για αθανασία. Είναι πιθανό να το δούμε να συμβαίνει, αν δεν γίνεται ήδη;

Είναι ήδη δυνατό να αυξήσουμε το μήκος των τελομερών στα κύτταρα των θηλαστικών σε πειραματικά συστήματα. Το πρόβλημα είναι ότι τα τελομερή αποτελούν ένα πραγματικά έξοχα ισορροπημένο κομμάτι της βιολογίας. Αν κονταίνουν πολύ γρήγορα, αυτό οδηγεί σε πρόωρη γήρανση των κυττάρων. Αλλά αν τα μεταχειριστούμε με τρόπο ώστε να παραμείνουν επιμήκη, τότε αυξάνουμε τον ρυθμό αύξησης του καρκίνου. Έτσι, η άμεση παρέμβασή μας στα τελομερή δεν είναι ιδιαιτέρως υποσχόμενη ως στρατηγική αντιγήρανσης. Μπορούμε, ωστόσο, να τα αξιοποιήσουμε για να εξετάσουμε αν άλλες προσεγγίσεις έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Με ανησυχεί πραγματικά αυτός ο κλάδος, επειδή ηθικά εγείρει σοβαρά ηθικά ζητήματα. Πρέπει, επίσης, να διακρίνουμε ανάμεσα στη μακροζωία και την υγιή γήρανση. Οι έρευνες κοινής γνώμης φανερώνουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα προτιμούσαν να ζουν μέχρι τα 85 και να έχουν καλή υγεία παρά μέχρι τα 99 με κακή και εύθραυστη υγεία. Σε επίπεδο πληθυσμού, νομίζω ότι το να αναζητούμε μαγικές συνταγές –επιγενετικές ή άλλες— για να ζούμε όλοι μας επί μακρόν και χαίροντας άκρας υγείας, είναι απλώς ευσεβείς πόθοι. Είναι δελεαστικό να θέλει κάποιος ένα μαγικό χάπι, αλλά τα πολλά φάρμακα στους ηλικιωμένους προκαλούν ένα νέο πρόβλημα για κάθε παλιό που λύνουν. Αν θέλουμε πληθυσμούς που περνούν τον μέγιστο αριθμό ετών υγιείς, τότε πρέπει να επενδύσουμε σε καλά μέτρα δημόσιας υγείας και να τα συντηρήσουμε για δεκαετίες. Δεν ακούγεται πολύ συναρπαστικό, αλλά είναι η πλέον αποτελεσματική και οικονομική στρατηγική για το σύνολο του πληθυσμού.

Και φυσικά πού τελειώνει όλο αυτό; Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις ανησυχίες ότι αυτές οι νέες τεχνολογίες θα χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία υπερ-όντων, ειδικά όταν εμπλέκεται το κέρδος; Μπορούμε να ελέγξουμε τη διάδοση και τις χρήσεις της τεχνολογίας γονιδιακής παρέμβασης;

Η γονιδιακή παρέμβαση είναι μια τεχνολογία που είναι πολύ δύσκολο να ελεγχθεί, επειδή βασικά είναι πολύ απλή. Δεν είναι σαν να δοκιμάζεις την πυρηνική τεχνολογία, όπου μπορείς να προσπαθήσεις να ελέγξεις ποιος έχει πρόσβαση στο πλουτώνιο, ενώ μπορείς να δεις αν ένα κράτος κατασκευάζει ένα εργοστάσιο εμπλουτισμού ουρανίου. Τα περισσότερα προπτυχιακά βιολογικά εργαστήρια έχουν τον εξοπλισμό και την ικανότητα να επιτελούν στοιχειωδώς στοχευμένη γονιδιακή επιμέλεια. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε ρύθμιση θα πρέπει να περνάει μέσα από συμφωνημένα ηθικά πλαίσια δεοντολογίας και ασφαλείας.

Τα περισσότερα χαρακτηριστικά για τα οποία ανησυχούμε σχετικά με το ερώτημα για τα «υπερόντα», συνδέονται με την αθλητικότητα, τη νοημοσύνη, την ελκυστικότητα, κ.λπ. Καθένα από αυτά οφείλεται στον συνδυασμό πραγματικά τεράστιων αριθμών γονιδίων, συν τους περιβαλλοντικούς παράγοντες και άλλα τυχαία συμβάντα. Έτσι, δεν νομίζω ότι θα δούμε κατάχρηση της στοχευμένης γονιδιακής επιμέλειας κατ’ αυτόν τον τρόπο. Βεβαίως, αυτό δεν θα σταματήσει τις κλινικές εξωσωματικής γονιμοποίησης να προσφέρουν τέτοιες δυνατότητες σε χώρες με σχεδόν ανύπαρκτες νομοθετικές ρυθμίσεις, αλλά αυτό σημαίνει ότι θα σπαταλάς αναίτια τα χρήματά σου, αν πληρώνεις για τέτοιες «υπηρεσίες».

Στο βιβλίο σας Hacking the code of life, συζητάτε το συναρπαστικό νέο τοπίο των εξ ολοκλήρου νέων τεχνολογιών και επιτευγμάτων της στοχευμένης γονιδιακής επιμέλειας στις μέρες μας. Επιπλέον, αναφέρεστε σε περιπτώσεις στην Κίνα, λ.χ., όπου η στοχευμένη γονιδιακή επιμέλεια συντελείται ήδη στην αντιμετώπιση ασθενών, μολονότι εκφράζετε τον σκεπτικισμό της επιστημονικής κοινότητας. Αναρωτιόμουν, λοιπόν, δεδομένων των ταχύτατων εξελίξεων στον τομέα, θα πρέπει να αναμένουμε κυβερνητικές ρυθμίσεις, νομοθεσία για τους επιστημονικούς περιορισμούς και τα όρια της βιοηθικής στην εφαρμογή και εξάσκηση τέτοιου είδους τεχνολογιών; Και, επιπλέον, πώς θα μπορούσε αυτή η διαδικασία να επηρεαστεί από τον πολυεπίπεδο ανταγωνισμό μεταξύ επιστημόνων, κυβερνήσεων, εταιρειών και ιατρικών κλινικών;

Νομίζω ότι αυτοί οι περιορισμοί υπάρχουν ήδη στα περισσότερα προηγμένα, από επιστημονική και πολιτική άποψη, κράτη. Υπάρχουν ήδη δεδικασμένα σε τομείς, όπως οι προηγούμενες εκδοχές της γενετικής τροποποίησης και επίσης η ανθρώπινη κλωνοποίηση. Πολύ δύσκολα, βέβαια, εμποδίζεις έναν αναξιόπιστο επιστήμονα που καταπατάει αυτά τα όρια – η περίπτωση με τη στοχευμένη γονιδιακή επιμέλεια στα δίδυμα στην Κίνα, αυτό δείχνει. Αλλά είμαι αισιόδοξη ότι αυτό δεν θα αποτελέσει όσο σοβαρό πρόβλημα φοβόμαστε στη στοχευμένη γονιδιακή επιμέλεια στα ανθρώπινα όντα. Αυτό οφείλεται, πρώτον, στο γεγονός ότι μολονότι η στοχευμένη γονιδιακή επιμέλεια είναι πραγματικά εύκολη, η υπόλοιπη διαδικασία για την επιτυχημένη δημιουργία και εμφύτευση εμβρύων είναι πραγματικά πολύ εξειδικευμένη και σύνθετη διαδικασία, ώστε περιορίζει τις δυνατότητες τυχόν παραβατών. Δεύτερον, οι επιστήμονες χαίρονται να λαμβάνουν χρηματοδοτήσεις και να δημοσιεύουν το έργο τους, και κανένα από αυτά τα πράγματα δεν μπορεί να συμβεί, αν κάποιος παραβεί τους κανόνες δεοντολογίας, επομένως δεν υπάρχει κίνητρο για να υποπέσει κανείς σε τέτοια λάθη.

Σε ό,τι αφορά τη θεραπεία ανθρώπινων παθήσεων, π.χ. τη θεραπευτική χρήση της στοχευμένης γονιδιακής επιμέλειας σε ανθρώπους που ήδη πάσχουν από κάποια ασθένεια, η ρύθμιση θα βασιστεί στους ίδιους οργανισμούς και τις ίδιες αρχές που ήδη ρυθμίζουν τη δημιουργία, τον έλεγχο και τη διάθεση των φαρμάκων. Η διαδικασία μπορεί να είναι πιο αργή, καθώς προσπαθούμε να δούμε με ποιον ακριβώς τρόπο θα προσδιορίσουμε αν μια στοχευμένη γονιδιακή επιμέλεια είναι κατάλληλη, όταν δηλαδή το όφελος υποσκελίζει τον κίνδυνο, αλλά θα γίνει.

Έτσι, είμαι γενικά πολύ αισιόδοξη σε σχέση με αυτό το ερώτημα.

Άλλο ένα πολύ σημαντικό ερώτημα που θέτετε είναι τα ηθικά διλήμματα για την αντιμετώπιση ασθενειών γενετικά κατά τη στιγμή της σύλληψης και όχι στα μετά-τη γέννησή τους ανθρώπινα όντα. Το ερώτημα που εύλογα θέτετε είναι, με τα λόγια σας, «πώς αποκτάς συναίνεση από κάποιον που δεν υπάρχει;» για να τροποποιήσεις το DNA του/της για πάντα και για τις επόμενες γενιές; Το επιχείρημα «cui bono» (ποιον ωφελεί) είναι μια ικανοποιητική προσέγγιση στα διλήμματα και τα παράδοξα που δημιουργούνται από τη δυνητική στοχευμένη γονιδιακή επιμέλεια σε βλαστοκύτταρα;

Αυτό είναι πιθανώς το μεγαλύτερο από όλα τα δεοντολογικά ζητήματα που πρόκειται να αντιμετωπίσουμε. Αρχικά, αυτή η τεχνολογία θα εφαρμόζεται, κατά πάσα πιθανότητα, αποκλειστικά σε καταστροφικές γενετικές διαταραχές, όταν γνωρίζουμε ότι οποιοδήποτε άτομο μεταφέρει τις μεταλλάξεις της ασθένειας θα έχει άθλια ζωή, ίσως με διαρκή και υπερβολικό πόνο και φόβο. Το ερώτημα γίνεται όμως πολύ πιο σύνθετο όταν έχουμε να κάνουμε με άλλες περιπτώσεις, όπως, λόγου χάρη, την κώφωση.

Σε σχέση με τη χρήση/εφαρμογή των τεχνολογιών στοχευμένης γονιδιακής επιμέλειας, θα έχει καθένας τη δυνατότητα/ευκαιρία να έχει πρόσβαση σε αυτές τις θεραπείες; Σε ποιο βαθμό το τοπίο αυτών των νέων ιατρικών τεχνολογικών θα προσδιορίζεται από τα διαφορετικά εθνικά συστήματα υγείας; Με άλλα λόγια, αυτή η ευρέως διαδεδομένη προσβασιμότητα των ασθενών σε αυτού του είδους τη θεραπεία θα σχετίζεται διαφορετικά σε ένα δημόσιο από ένα ιδιωτικό σύστημα υγείας;

Σε ό,τι αφορά τα δημόσια συστήματα υγείας, αυτές οι αποφάσεις μάλλον θα λαμβάνονται όπως και για άλλες τεχνολογίες και θεραπείες, π.χ. έχει λογική, από οικονομική άποψη; Νομίζω ότι η δυσκολία είναι μεγαλύτερη σε συστήματα υγείας και ασφαλιστικά συστήματα όπως των ΗΠΑ, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να ενισχυθούν περαιτέρω οι ανισότητες πρόσβασης στην υγεία.

Τελικά μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε/αξιοποιήσουμε αυτές τις νέες τεχνολογίες με σκοπό να μειώσουμε τον αντίκτυπο της ανθρώπινης παρέμβασης στον πλανήτη μας; Με ποιον τρόπο μπορούμε να προστατέψουμε άλλα έμβια όντα και το περιβάλλον και να ανακόψουμε την κλιματική αλλαγή;

Καταστρέφουμε τον πλανήτη με τρομακτική ταχύτητα, και θα έλεγα ότι χρειάζεται να επιστρατεύσουμε όσο περισσότερες στρατηγικές έχουμε στη διάθεσή μας για να ελαχιστοποιήσουμε το αποτύπωμά μας. Η στοχευμένη γονιδιακή επιμέλεια έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει σπόρους, οι οποίοι μεγαλώνουν αποτελεσματικότερα, με λιγότερο νερό και επιπρόσθετα απαιτούν μικρότερη έκταση γης. Αυτό θα ήταν μια απίστευτη παρέμβαση, αλλά πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι η επιστήμη δεν είναι πανάκεια για την επίλυση όλων των υφιστάμενων προβλημάτων μας. Το ένα τρίτο του φαγητού που παράγεται πάνω στον πλανήτη δεν καταναλώνεται ποτέ και απλώς σαπίζει. Πρέπει να απαντήσουμε στα προβλήματα με εφοδιαστικές αλυσίδες και με καταναλωτικές συμπεριφορές, όπως και με τη χρήση τεχνικών όπως τη στοχευμένη γονιδιακή επιμέλεια.

Μια τελευταία ερώτηση όσον αφορά την τρέχουσα υγειονομική κρίση της covid-19. Υπάρχει μεγάλη συζήτηση τελευταία, τουλάχιστον στην Ελλάδα, για τον εμβολιασμό και τη σχέση του με τα RNA. Κάποιοι άνθρωποι εκφράζουν έντονο σκεπτικισμό με τον σύνθετο αντίκτυπο που θα έχει μακροπρόθεσμα στον οργανισμό τους. Πιστεύετε ότι αυτοί οι φόβοι είναι βάσιμοι ή εντελώς ανεδαφικοί;

Νομίζω ότι βασίζονται σε παρανοήσεις και σε άδικους φόβους. Ας το θέσω διαφορετικά: εγώ εμβολιάστηκα με την πρώτη δόση του εμβολίου πριν μερικές εβδομάδες και ανυπομονώ για την επόμενη δόση. Από μένα, πολλά μπράβο για τη δημιουργία των εμβολίων.

Τη συνέντευξη με τη Nessa Carey πραγματοποίησε η Καίτη Πάπαρη.