Οι αρματολοί και οι κλέφτες διαδραμάτισαν έναν ρόλο εν πολλοίς θετικό στις προεπαναστατικές εξελίξεις, αποτελώντας τον πυρήνα του φαινομένου που αποκαλείται πρωτόγονη επανάσταση, το οποίο τους κατέστησε «ένα κοινωνικό στρώμα με κυριαρχική ικανότητα, αντίρροπη κάποτε στην αντίστοιχη της οικονομικά κυρίαρχης τάξης με τη δύναμη των όπλων και την πρακτική των συμμαχιών με τις ισχυρές οικογένειες». Δημιουργούσαν περιουσίες, χωράφια και αμπελοχώραφα που τα δούλευαν με σέμπρους (κολίγους), έφτιαχναν κοπάδια από γιδοπρόβατα και βοοειδή, έχτιζαν μοναστήρια, έβαζαν αγιογράφους να τους εξεικονίσουν σε περίοπτες θέσεις, μ’ έναν ιδιότυπο τρόπο και με μέσα όχι πάντα θεμιτά επηρέαζαν τη διαμόρφωση της τοπικής και της ευρύτερης οικονομίας.

Σύμφωνα με τη λεγόμενη πανηγυρική ιστοριογραφία, που κυριάρχησε κυρίως τον 19ο αιώνα, οι αρματολοί και οι κλέφτες έδρασαν από κοινού και διαπνέονταν από εθνική ιδεολογία. Όμως ο Σπύρος Ι. Ασδραχάς αποδεικνύει ότι η πραγματικότητα ήταν πολύ περισσότερο σύνθετη. Οι ομάδες αυτές κινούνταν συχνά σε διαφορετικές κατευθύνσεις κι άλλαζαν ρόλους ανάλογα με τις συνθήκες, τα κίνητρά τους δεν ήταν πάντα αγαθά, ωστόσο σε γενικές γραμμές προσπαθούσαν να επιβιώσουν και να βελτιώσουν τη θέση τους με τον μόνο δυνατό τρόπο που είχαν στη διάθεσή τους, δηλαδή τα όπλα. Εγκλωβισμένοι μέσα στο περίπλοκο πλέγμα εξουσίας όπου διαπλέκονταν οι οθωμανικές και οι βενετικές αρχές, ενώ ρόλο διεκδικούσε από ένα σημείο και μετά ο Αλή Πασάς, οι Έλληνες ραγιάδες βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση από κάθε άποψη και συχνά αναγκάζονταν να καταφύγουν στην εξέγερση, τη ληστεία και τον θεσμό του αρματολικιού, που τους επέτρεπε να διεκδικούν μια προνομιακή θέση σ’ αυτό το αποπνικτικό κοινωνικό τοπίο.

Όμως ο Σπύρος Ι. Ασδραχάς αποδεικνύει ότι η πραγματικότητα ήταν πολύ περισσότερο σύνθετη.

Για την υποστήριξη της θέσης του ο Σπύρος Ι. Ασδραχάς, ο οποίος εκτός των άλλων υπήρξε διευθυντής μεταπτυχιακών και διδακτορικών ερευνών στο Πανεπιστήμιο Paris I, Panthéon-Sorbonne, συγκέντρωσε ένα πλήθος πρωτογενών πηγών, κυρίως επιστολών του 18ου και 19ου αιώνα, που περιγράφουν ζωηρά τον κοινωνικό χάρτη της προεπαναστατικής Ελλάδας. Οι επιστολές είναι γραμμένες στα ελληνικά, αν και οι αποστολείς τους ήταν τουρκόφωνοι, βλαχόφωνοι ή αλβανόφωνοι, επειδή τα ελληνικά ήταν η επίσημη γλώσσα της γραπτής επικοινωνίας σ’ εκείνα τα περιβάλλοντα. Περιέχουν αφηγήσεις κατασκόπων, αναφορές πλοιάρχων προς τους «σανιτάδες» (υπεύθυνους των υγειονομείων σε κάθε λιμάνι), εκθέσεις γεγονότων από καπετάνιους περιπολικών πλοίων, καταθέσεις μελών της Εκτελεστικής και Υψηλής Αστυνομίας, αλλά και μαρτυρίες ανθρώπων που διώκονταν από πολιτικά και εκκλησιαστικά δικαστήρια ή ζούσαν κάτω από τον φόβο του αφορισμού κάποιου φανατικού μητροπολίτη. Εκτός από πολλά ανέκδοτα έγγραφα, ο ικανός Έλληνας ιστορικός χρησιμοποιεί κι άλλες πηγές για την τεκμηρίωση των θέσεών του, όπως δημοτικά τραγούδια που εμπεριέχουν ιστορικές πολύτιμες πληροφορίες κι ακόμα επιγραφές σε εκκλησίες ξεχασμένες πια, ενώ δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κατασκευή μύθων που επικράτησαν μετά την ελληνική επανάσταση, όπως ο πρωταγωνιστικός ρόλος του μοναχού Σαμουήλ στην ανατίναξη στο Κούγκι.

Καθώς συμπληρώνονται 200 χρόνια από την εξέγερση του 1821 και η χώρα μας ετοιμάζεται να γιορτάσει την ιστορική αυτή επέτειο, η συζήτηση για τα γεγονότα της εν λόγω περιόδου κορυφώνεται. Μέσα στο πλήθος των διάφορων απόψεων, δεν μπορεί κανείς να μην ξεχωρίσει τον διεισδυτικό στοχασμό του Ασδραχά, ο οποίος, σύμφωνα με τον Νίκο Θεοτοκά, που επέλεξε τα κείμενα αυτού του τόμου, «αξιοποιεί μια μακρά ιστοριογραφική παράδοση και την αναδιατάσσει σ’ ένα νέο ερμηνευτικό σχέδιο με πλούσιο υλικό και ρηξικέλευθες επεξεργασίες», συμβάλλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο στην ανάπτυξη ενός γόνιμου διαλόγου μακριά από στείρες αντιπαραθέσεις και ακραίες τοποθετήσεις.

Πηγή: Διάστιχο