Γράφει ο Δημήτρης Στεμπίλης

 

«Το μόνο καινούργιο πράγμα στον κόσμο είναι η ιστορία που δεν ξέρεις», φέρεται να είχε δηλώσει ο Αμερικανός πρόεδρος και αρχιτέκτονας της αμερικανικής πολιτικής των αρχών του Ψυχρού Πολέμου, Χάρι Τρούμαν. Και αυτό είναι μια πραγματικότητα όταν στην ιστοριογραφία για τη μεταπολεμική περίοδο έως το 1989/90 βαραίνει η σκιά της ιδεολογίας και της προπαγάνδας των δύο ψυχροπολεμικών συνασπισμών, στην περίπτωση δε ης Ελλάδας, ένας Εμφύλιος Πόλεμος, μια «καχεκτική δημοκρατία», μια δικτατορία και η τραγωδία του Κυπριακού. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια υπάρχει αποφόρτιση από το ιδεολογικό φορτίο στις ιστοριογραφικές προσεγγίσεις για την περίοδο, τόσο λόγω της χρονικής απόστασης από τα γεγονότα όσο και λόγω της κατάταξης των έγκριτων Ελλήνων ιστορικών στη διεθνή συζήτηση.

Μια τέτοια περίπτωση είναι ο ιστορικός, Ιωάννης Δ. Στεφανίδης, καθηγητής στο ΑΠΘ, και του βιβλίου του «Ψυχρός Πόλεμος», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΑΠ. Ο Στεφανίδης με μια εξαιρετική ιστοριογραφική παραγωγή, που περιλαμβάνει βιβλία, άρθρα, συλλογικούς τόμους, στα ελληνικά και τα αγγλικά, γράφει μια συνοπτική ιστορία, μια επισκόπηση αυτής της ιδιαίτερης και πρόσφατης ιστορικής περιόδου, που αναμετριέται με τη θέαση πολλών άλλων διάσημων ομότεχνών του. Δεν γνωρίζω αν στον τρόπο παρουσίασης ο συγγραφέας έλαβε υπόψη του ενδεχόμενη χρήση του βιβλίου του ως εγχειρίδιο στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ), λόγω της έκδοσής του από τις εκδόσεις του ΕΑΠ, αλλά σίγουρα ο πυκνός, λιτός και κατανοητός λόγος κάνει το βιβλίο εξαιρετικά ελκυστικό και χρήσιμο. Επιπλέον, η διάρθρωση σε μικρά κεφάλαια και υποκεφάλαια δεν κουράζει τον αναγνώστη, ενώ οι ενδιαφερόμενοι για την «ελληνική εμπειρία», δεν θα μείνουν απογοητευμένοι.

Κατά την ταπεινή μου άποψη, αντικειμενική ιστορία δεν υπάρχει. Τα γεγονότα είναι αντικειμενικά και η ερμηνεία τους προσωπική. Ο Στεφανίδης όμως προσπαθεί να αναπαραστήσει την εποχή πάνω στην πραγματικότητά της, επιλέγοντας μια δική του συνισταμένη των εργαλείων ερμηνείας και ανάλυσης. Η διακριτική επιμονή του να μας κάνει να γνωρίσουμε συνθήκες και καταστάσεις τις οποίες νομίζουμε ότι γνωρίζουμε, βοηθάει τον αναγνώστη να βγει διπλά κερδισμένος. Από τη μια να κατανοήσει τα πραγματικά δεδομένα και τις διεργασίες και από την άλλη να αναστοχαστεί ουσιαστικά πάνω σε αυτά, γιατί πολύ απλά, τα έχει καταλάβει.

Για μια περίοδο που ακόμη και στα ιστορικά έργα που την παρουσίαζαν επικρατούσε ο «πόλεμος των λέξεων», όπως αυτός της προπαγάνδας των δύο πλευρών, ο συγγραφέας μας μιλά απλά και κατανοητά, αποφορτίζοντας όρους και καταστάσεις τοποθετώντας τα στη σωστή τους διάσταση. Ο Τρούμαν, ο Αϊζενχάουερ, ο Κένεντι, ο Νίξον, ο Στάλιν, ο Χρουστσόφ, ο Μπρέζνιεφ, ο Γκορμπατσόφ, ο Μάο, ο Τίτο, ο Ντε Γκολ, ο Κολ, ο Καραμανλής, ο Παπανδρέου κ.α. είναι πρωταγωνιστές αλλά ταυτόχρονα και εκφραστές ευρύτερων πολιτικών στρατηγικών και τάσεων. H CIA, η Κα Γκε Μπε κοκ, αντιμετωπίζονται με κριτήριο τη δράση τους και όχι με μια υπόρρητη συμπάθεια προς τη μια την άλλη πλευρά. Δεν παρουσιάζονται, κάποιοι ως «φρέσκα μήλα» και κάποιοι άλλοι ως «σάπια», για να παραπέμψω σε φρασεολογία της εποχής.

Τέλος, ο Στεφανίδης δεν φείδεται της κατάθεσης συμπερασμάτων. Η άριστη γνώση του για την εποχή και τις πηγές της, καθώς και ο συνθετικός τρόπος γραφής του, τον βοηθά να κατανοεί μηχανισμούς και διεργασίες και να καταλήγει σε προτάσεις συμπερασμάτων, που δημιουργούν κατ’ αρχήν πεδίο διαλόγου. Για πολλούς από εμάς ο Ψυχρός Πόλεμος είναι και προσωπικό βίωμα, που οι δίνες της ιστορίας που ακολούθησαν το τέλος του μάς έχουν κάνει ίσως να ξεχάσουμε ή να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι έχει διαμορφώσει μέρος της θέασής μας για το σήμερα. Το βιβλίο «Ψυχρός Πόλεμος» μας το υπενθυμίζει δημιουργικά…

Οι εκδόσεις ΕΑΠ

Στη σημαντική παράδοση των εκδόσεων του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας (ΜΙΕΤ) και αυτών του Πανεπιστημίου Κρήτης (ΠΕΚ) ήρθαν τα τελευταία χρόνια να προστεθούν οι εκδόσεις του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ), ενδυναμώνοντας συνολικά τον ταλαιπωρημένο από την κρίση εκδοτικό χώρο.

Κυκλοφορίες σημαντικών επιστημονικών έργων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων κοσμούν το πρόσφατο εκδοτικό εγχείρημα, στο οποίο αποκρυσταλλώνεται η βούληση όσων το δημιούργησαν, όσων το συνεχίζουν και φυσικά αυτών που το «τρέχουν» σήμερα, με σημαντική αύξηση τον τελευταίο χρόνο των τίτλων. Αποτυπώνεται, επίσης, και η εμπειρία από τη διδασκαλία στο πλαίσιο του θεσμού του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, κάνοντας τα βιβλία που εκδίδονται ελκυστικά στο ευρύ κοινό, χωρίς καμιά επιστημονική ή αξιακή έκπτωση.
Οι καλαίσθητες εκδόσεις ΕΑΠ είναι ένα επιπλέον και σύγχρονο παράδειγμα ότι εκδοχές δημόσιων θεσμών και πολιτικών μπορούν να είναι εξίσου ποιοτικές και αποδοτικές, όπως στον κατ’ εξοχήν ιδιωτικό τομέα, προάγοντας το πεδίο και τον υγιή ανταγωνισμό…

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα www.ieidiseis.gr, στις 14/07/2021.

 

Το βιβλίο του ιστορικού Διονύση Τζάκη ιχνηλατεί μέσω του Έλληνα οπλαρχηγού τις προϋποθέσεις της μετάβασης από τον προεπαναστατικό κόσμο στη νέα πραγματικότητα

Εμβληματική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, αρματολός, αρχιστράτηγος, ηγέτης σειράς επιτυχημένων εκστρατειών στη δύσκολη στιγμή του 1826-1827, αλλά και πρωταγωνιστής εσωτερικών πολιτικών και στρατιωτικών συγκρούσεων, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης (1782-1827) αποτελεί ένα ιστορικό πρόσωπο που περι- βλήθηκε νωρίς την αχλή του μύθου. Τιμημένος με ψήφισμα της Εθνοσυνέλευσης και εκδηλώσεις μνήμης αμέσως μετά τον θάνατό του, βιογραφημένος ήδη από τους γραμματικούς του Γεώργιο Γαζή (1828) και Δημήτρη Αινιάν (1834), υπήρξε ο μόνος αγωνιστής στον οποίο αφιέρωσε βιογραφικό έργο ο εθνικός ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1867) και λειτούργη σε ως ηρωικό πρότυπο που μνημονεύθηκε τακτικά από τον Γεώργιο Δροσίνη ως τον Κωστή Παλαμά (και τον Διονύση Σαββόπουλο). Το ηρωικό πρότυπο ωστόσο προβάλλει μια διάσταση των πραγμάτων όπου η ηθική ποιότητα καθορίζει τις πράξεις του ατόμου. Μια επανάσταση, όμως, είναι συλλογικό φαινόμενο και δεν εξηγείται αποκλειστικά με το άθροισμα ποιοτήτων ή ατόμων. Η έξοχη μελέτη Η μεταστροφή του Καραϊσκάκη (εκδ. ΕΑΠ) του ιστορικού του Ιονίου Πανεπιστημίου Διονύση Τζάκη προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο θέασης του ρουμελιώτη οπλαρχηγού που φωτίζει τις περιστάσεις της μετάβασης από την προεπαναστατική παραδοσιακή κοινωνία στο νεωτερικό οργανωτικό πρότυπο του έθνους.

Ο Διονύσης Τζάκης αποσυνδέει την περί πτωση του Καραϊσκάκη από τις αντιφάσεις του ανθρώπινου χαρακτήρα για να την εγγράψει σε έναν ευρύτερο ορίζοντα μεταβολών. «Καταλύτης των ρήξεων και των αλλαγών που συνοδεύουν την επανα στατική διαδικασία» είναι ο πόλεμος. Η σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών αρχικά δεν γίνεται αντιληπτή από τους κλεφταρματολούς της Ρούμελης ως ποιοτικά διαφορετική σε σχέση με τις παραδοσιακές διενέξεις. Ειδικά οι ορεινές επαρχίες των δυτικών περιοχών της θα παραμείνουν ως το καλοκαίρι του 1822 μια ενδιάμεση ζώνη όπου θα συνυπάρχουν επαναστατικές χιλιαρχίες και οθωμανικά αρματολίκια, συχνά στο ίδιο πρόσωπο το οποίο θα δηλώνει την αφοσίωσή του στην ελληνική διοίκηση συνομολογώντας «καπάκια» με τη σουλτανική.

Οι προεπαναστατικές δομές οργάνωσης που συναρτούν τη στρατιωτική αυθεντία με συγκεκριμένο τόπο και βασίζονται σε δίκτυα συγγένειας, επιγαμίας και αλληλοβοήθειας διατηρούνται αναλλοίωτες. Βαθμιαία θα γίνει αισθητή η εξακτίνωση της κεντρικής εξουσίας συμβαδίζοντας με την αποδόμηση των παραδοσιακών πρακτικών διαχείρισης της ένοπλης σύγκρουσης «στο πλαίσιο των οποίων η εξέγερση λειτουργεί ως μηχανισμός διαπραγμάτευσης και ρύθμισης των τοπικών σχέσεων δύναμης». Ως αποτέλεσμα, προκύπτει «νέου τύπου επανάσταση», όπως σημείωνε ο ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος, όπου η ένοπλη δράση οφείλει να επιτελείται από «νέου τύπου επαναστάτες» και να διέπεται από τις αρχές και τους στόχους της εθνικής ιδεολογίας. Κατά συνέπεια, συμπληρώνειο Τζάκης, διεξάγεται και ένα νέο είδος πολέμου: όχι πια η κλεφταρματολική εκδοχή του, αλλά αυτή ενός στρατού ατάκτων που επιδίδεται σε ανταρτοπόλεμο.

Το πλαίσιο της μεταστροφής

Η εισαγωγή νεωτερικών ιδεών και θεσμών στην παραδοσιακή κοινωνία, η συνολική «αποδιάρθρωση και αποσύνθεση της κοινωνικής πραγματικότητας […] όπου το άτομο είχε πρωτογενώς κοινωνικοποιηθεί» δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τη «μεταστροφή» του Καραϊσκάκη. Με τη λέξη δεν δηλώνεται μόνο η γνωστή κατά την αποστροφή του ίδιου του αγωνιστή μετατροπή του από «διάβολο» σε «άγγελο», αλλά και ο όρος των κοινωνιολόγων Πέτερ Μπέργκερ και Τόμας Λούκμαν που προσδιορίζει την «επανακοινωνικοποίηση» σε έναν νέο «κόσμο» με διαφορετικές ιδέες, αξίες και πρότυπα συμπεριφοράς. Επομένως, ηέννοια της μεταστροφής δίνει βάθος στον αναπροσδιορισμό της ταυτότητας και της κοινωνικοπολιτικής δράσης του έλληνα οπλαρχηγού, ενώ παράλληλα τον αποσπά από την επικράτεια της εξαίρεσης. Δεν είναι μόνο ο Καραϊσκάκης που διανύει την απόσταση από τις προεπαναστατικές νοοτροπίες και προσλήψεις της κοινωνίας ως τα επαναστατικά δίκτυα πολιτικής και ιδεών, αν και αποτελεί εμβληματική μορφή της διαδρομής.

«Πράγματι, η μεταστροφή του Καραϊσκάκη μετά το 1824 συντελείται στο πλαίσιο της ευρύτερης αποδιοργάνωσης που προκάλεσαν στα αρματολίκια των ορεινών επαρχιών της Ρούμελης ο πόλεμος της εθνικής ανεξαρτησίας και η εγκαθίδρυση των πολιτικών και στρατιωτικών θεσμών της κεντρικής Διοίκησης» τονίζει σε συνομιλία μας ο Διονύσης Τζάκης. «Πρόκειται για μεγάλης κλίμακας ανακατατάξεις στην οργάνωση των σχέσεων εξουσίας που συνέβησαν με διαφορετικό τρόπο, ρυθμό και ένταση στη διάρκεια της Επανάστασης. Στην περιδίνη- ση αυτής της κοσμογονίας βρέθηκαν όλοι οι οπλαρχηγοί, αλλά η πορεία τους δεν ήταν παρόμοια. Πολλοί, ιδίως “ανέστιοι” όπως οι Σουλιώτες, άλλοι νωρίτερα και άλλοι αργότερα, αποδέχθηκαν τις αρχές που πρόκρινε η εθνική Διοίκηση αναφορικά με την οργάνωση και διεξαγωγή του πολέμου (λόγου χάρη, καταδίκη των “καπακιών”),υπηρέτησαν τα στρατιωτικά της σχέδια και αξιοποίησαν τις νέες δυνατότητες κοινωνικής προαγωγής που προσέφερε η ένταξη στους στρατιωτικούς της θεσμούς. Oλοι αυτοί αποτέλεσαν τον άτακτο, άλλα κεντρικά οργανωμένο στρατό της Επανάστασης, και ενσάρκωσαν το νέο πρότυπο στρατιωτικού αρχηγού που καλλιεργήθηκε στη διάρκειά της. Aλλοι, όπως ο Βαρνακιώτης, ο Μπακόλας, ο Ανδρούτσος, για να σταθώ σε πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στην έναρξη της Επανάστασης στη Ρούμελη, αντιμε-τώπισαν διαφορετικά τις νέες προκλήσεις της συγκυρίας και η δική τους περιδίνηση οδήγησε τελικά στην περιθωριοποίηση ή ακόμη και στην εξόντωσή τους».

Η κρίσιμη περίοδος

Κομβική ως εκ τούτου για την κατανόηση του φαινομένου είναι η εστίαση του βιβλίου στην ενδιάμεση φάση της δράσης του Γεωργίου Καραϊσκάκη, από το 1821 ως το 1825 – όχι ο σε αδρές μόνο γραμμές γνωστός αρχικός του βίος ούτε η ένδοξη διετία της στρατηγίας του στη Ρούμελη. Αμφιταλαντευόμενος μεταξύ Αλή Πασά και σουλτανικών δυνάμεων το 1820, ο Καραϊσκάκης προσχωρεί στην Επανάσταση μετην έναρξή της. Εμπειρος, ικανός, αξιόμαχος επιχειρησιακός αρχηγός, στερείται ωστόσο της εδαφικής βάσης που συνοδεύει την αρματολική εξουσία. Ενδεικτική τόσο των φιλοδοξιών του όσο και της ρευστότητας των δεδομένων στην περιοχή είναι η «αταξία των Αγράφων» το 1822, όταν η παρουσία του Καραϊσκάκη με τη συνεννόηση του οπλαρχηγού Ανδρέα Ισκου και την άδεια της «Γερουσίας της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος» υπονομεύει την αρχηγία του Γιαννάκη Ράγκου, την οποία είχε προηγουμένως εγκρίνει η ίδια τοπική αρχή. Καθώς οι επαναστατικές προτεραιότητες εμπλέκονται ακόμη με τις τοπικές ισορροπίες ισχύος, ο Καραϊσκάκης συμβάλλει στην εκδίωξη των οθωμανικών φρουρών και θέτει σε τάξη την επαρχία, φροντίζει όμως να οριστεί ως τοποτηρητής των Αγράφων και από τους Οθωμανούς. Τη δεδομένη χρονική στιγμή οι ορεινές επαρχίες είχαν διαμορφωθεί σε ενδιάμεση ζώνη μεταξύ των εμπολέμων και τα «καπάκια» εξέφραζαν αυτή την προσωρινότητα στο πλαίσιο της οποίας «η στρατιωτική και η εν γένει δράση του [Καραϊσκάκη] δεν υπηρετούσαν με τρόπο αποκλειστικό ούτε τα στρατιωτικά σχέδια της οθωμανικής πλευράς ούτε της ελληνικής».

Οι αντιφάσεις της στάσης αυτής διαφαίνονται από το φθινόπωρο του 1822, όταν καλείται από τη Διοίκηση να συνδράμει στην πολιορκία του Μεσολογγίου: απρόθυμος να εγκαταλείψει την επαρχία του,στέλνει στρατιώτες και υποσχέσεις, εκείνος όμως δεν μετακινείται. Για τον ίδιο οι συνθήκες με την οθωμανική πλευρά έχουν εργαλειακό χαρακτήρα («κλείω την ειρήνην τώρα δεν με άρεσεν μεθαύριο, τη χέζω»),παρά όμως το ότι μιλά ήδη τη γλώσσα του«έθνους», βλέπει ακόμη το «Ρωμαίικο» ως άθροισμα επικρατειών οπλαρχηγών. Κατα- λύτης αποδεικνύεται τελικά η διαμάχη με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και η «πολιτική δίκη» με την κατηγορία της προδοσίας. Κατανοώντας την ισχύ της κεντρικής εξουσίας και εντασσόμενος στο κοινωνικοπολιτικό δίκτυο του Ιωάννη Κωλέττη, ο Καραϊσκάκης αποδέχεται πως το κύρος και η αυθεντία πλέον πηγάζουν από τις δυνατότητες που προσφέρουν οι μηχανισμοί της Διοίκησης: βαθμοί, στρατιωτικοί ρόλοι, αριθμός μισθοδοτούμενων ανδρών. Στη λογική αυτή τοπαρχία δεν υφίσταται,ο ρόλος των διαπραγματεύσεων με τους οθωμανούς παράγοντες για την απόσπαση προνομίων ακυρώνεται. Η πατρίδα είναι ενιαία, η κυβέρνηση «βασίλισσα», όπωςπροκύπτει από επιστολές και λεγόμενάτου. Το 1826-1827 ο Καραϊσκάκης απο- δεικνύεται έτσι εμπνευσμένος ηγέτης ενός«στρατού άτακτων μαχητών που διατηρούσαν τα παραδοσιακά οργανωτικά χαρακτηριστικά τους, αλλά πολεμούσαν με σχέδιο και με ιδεολογία υπό την καθοδήγηση της Διοίκησης».

Ο Διονύσης Τζάκης καθοδηγεί προσεκτικά τον αναγνώστη μέσα από τις πολυάριθμες επαφές, διαπραγματεύσεις, διενέξεις και εκστρατείες του Καραϊσκάκη σκιαγραφώντας με ακρίβεια την αλληλεπίδραση του ατόμου με τον κοινωνικό και πολιτισμικό περίγυρό του ώστε να αποτυπωθεί με σαφήνεια η καμπή και η αιτιολόγησή της. Και οφείλει να υπογραμμιστεί εδώ ότι η αξία αυτής της μελέτης περίπτωσης έγκειται στην υπόδειξη και την ιστορική τεκμηρίωση των σταθμών ενός μετασχηματισμού που, παρά το προσωπικό του στοιχείο, δεν αφορά μεμονωμένα πρόσωπα: η διεξαγωγή του πολέμου, η οργάνωση της εξουσίας, η σύμπηξη των πολιτικών δικτύων συνιστούν προϋποθέσεις μεταστροφής μιας ολόκληρης κοινωνικής κατηγορίας – από κλεφταρματολούς σε επαναστάτες.

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο  Βήμα της Κυριακής,  20 Ιουνίου 2021.

Οι Εκδόσεις ΕΑΠ στο πλαίσιο του επετειακού έτους των διακοσίων χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση παρουσιάζουν μια σειρά πρωτότυπων μελετών και έργων έγκριτων ερευνητών και πανεπιστημιακών, τα οποία φωτίζουν και αναδεικνύουν νέες και άγνωστες μέχρι τώρα πτυχές και όψεις της Επανάστασης.

Το έργο του Σπύρου Ι. Ασδραχά, Πρωτόγονη Επανάσταση. Αρματολοί και κλέφτες (18ος-19ος αι.) (επιλογή κειμένων -πρόλογος, Νίκος Θεοτοκάς, εκδοτική φροντίδα Άννα Ματθαίου, Πόλη Πολέμη, 2019) προτείνει μια ρηξικέλευθη προσέγγιση του κόσμου των κλεφτών και των αρματολών, ξεδιπλώνοντας, μέσω των αρχειακών εγγράφων, των επιστολών και άλλων τεκμηρίων, μηχανισμούς, δίκτυα σχέσεων, πλέγματα αντιθέσεων, ανταγωνισμών, συμμαχιών και αλληλεγγυοτήτων. Στα κείμενα του έργου διαμορφώνεται και δοκιμάζεται ένα ερμηνευτικό σχήμα που θα κλονίσει τη συνέχεια της φορμαλιστικής γενεαλογίας του Εικοσιένα και της συνακόλουθης μεθερμηνείας των τεκμηρίων. Ο στοχασμός που αναπτύσσει ο Ασδραχάς αξιοποιεί μια μακρά ιστοριογραφική παράδοση, την οποία αναδιατάσσει σε ένα νέο ερμηνευτικό σχέδιο, με πλούσιο υλικό και ρηξικέλευθες επεξεργασίες. Στη γραφή του, η οργάνωση και ο ερμηνευτικός σχολιασμός των πηγών διέπεται από τη μέριμνα ανάδειξης της διακειμενικότητας των τεκμηρίων, αποκωδικοποίησης της πολυφωνίας ή της μεταβλητότητας των σημαινόντων, επισήμανσης των αλλαγών και των αδρανειών που κρύβονται στις νοητικές δομές και στους εκφραστικούς τύπους.

Μια συνταγματική και πολιτική ανάγνωση των Επαναστατικών Συνταγμάτων προσφέρει το έργο του Αντώνη Μανιτάκη, Ελληνικός συνταγματισμός 200 χρόνια μετά. Δημοκρατικός, νεωτερικός, ακμαίος (2020). Η συνταγματική και πολιτική θεωρία, σε αγαστή σύμπλευση με την ιστορία των πολιτικών ιδεών, χαρακτηρίζουν τα Συντάγματα της επαναστατικής περιόδου κείμενα καταστατικά μιας δημοκρατικής πολιτείας, που διαπνέονταν από τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες αντιλήψεις της εποχής και είχαν εμποτιστεί με τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Αυτό που μέχρι τώρα δεν έχει αναδειχθεί και βρίσκεται στο επίκεντρο του προβληματισμού του παρόντος έργου είναι το βαθύτερο νόημα των δημοκρατικών και φιλελεύθερων διακηρύξεων, καθώς και η ειδικότερη συνταγματική σημασία, που προσλάμβαναν, την εποχή εκείνη, έννοιες, όπως «Λαός» και «Έθνος». Βασική υπόθεση εργασίας του Αντώνη Μανιτάκη είναι η συνύφανση του Έθνους με το ελληνικό κράτος, καθώς η λογική αναγωγή του στο κράτος με τη σημασία της αναγωγής σε μια συγκροτημένη και ανεξάρτητη πολιτική κοινότητα. Ισοδυναμούσε δηλαδή με αναφορά σε μια πολιτικά και κρατικά οργανωμένη κοινωνία, στο πλαίσιο της οποίας και μόνον το ελληνικό Έθνος γινόταν αντιληπτό. Η αναγωγή αυτή είχε έναν χαρακτήρα πολιτικής οργάνωσης, που απομακρυνόταν από το φαναριώτικο ιδεώδες της δημιουργίας «Κράτους του Γένους», καθώς και από τη μόνιμη επιδίωξη των τοπαρχών, των κοινοτικών αρχόντων, προεστών, κοτζαμπάσηδων και δημογερόντων, που επιδίωκαν την εγκαθίδρυση ενός είδους ομοσπονδίας βασισμένης στην τοπική διοικητική αυτονομία και στα έθιμα των διάφορων γεωγραφικών περιοχών: Πελοποννήσου, Στερεάς Ελλάδος και Νήσων. Οι επαναστατημένοι Έλληνες δεν αγωνίζονταν να ιδρύσουν ούτε το οικουμενικό-πολυεθνικό κράτος, στο οποίο προσέβλεπαν η Εκκλησία και οι Φαναριώτες, ούτε το υπερεθνικό κράτος που είχε οραματιστεί ο Ρήγας.

«200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση», πρωτότυπες μελέτες του ερευνητικού προγράμματος μεταξύ Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και Ιδρύματος της Βουλής για το 1821

Την αντίδραση της εξουσίας, την πλευρά του «Άλλου», και μάλιστα στο ανώτατο επίπεδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εξετάζει και ερμηνεύει το έργο των Ηλία Κολοβού, Σουκρού Ιλιτζάκ, Μοχαμάντ Σχαριάτ Παναχί, Η Οργή του Σουλτάνου. Αυτόγραφα διατάγματα του Μαχμούτ Β΄ το 1821. Σε αυτό οι συγγραφείς μεταφράζουν στα ελληνικά μια επιλογή εγγράφων από την ταξινομική σειρά αρχειακών καταχωρίσεων των αυτόγραφων διαταγμάτων (hatt-ı hümâyûn) του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ (1785-1839, β. 1808-1839) που χρονολογούνται στο 1821 και αφορούν την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Τα αυτόγραφα διατάγματα αποκαλύπτουν στοιχεία για τον ηθικό και διανοητικό κόσμο του σουλτάνου, συναισθήματα, επιθυμίες, αλλά και αυταπάτες και απογοητεύσεις. Σ’ ένα από τα αυτόγραφα που δημοσιεύονται στο βιβλίο σημειώνει χαρακτηριστικά: «Έχω αφήσει την άνεσή μου για να τοποθετώ τις διαταγές μου στην κεφαλίδα κάθε υπομνήματος και να απαντώ χωρίς καθυστέρηση». Τα τεκμήρια αυτά αποτελούν απαραίτητη πηγή προκειμένου να εξεταστεί η οθωμανική αντίδραση στην Ελληνική Επανάσταση στο ανώτατο επίπεδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Τους νέου τύπου επαναστάτες, πραγματεύεται το έργο του Διονύση Τζάκη, Η μεταστροφή του Καραϊσκάκη. Από τον κλεφταρματολό στον επαναστάτη (2021), υπάγοντας τη «μεταμόρφωση» του Καραϊσκάκη τα τελευταία χρόνια της επανάστασης, στους μετασχηματισμούς που προκαλεί το Εικοσιένα ως μια «νέου τύπου» επανάσταση, πολιτική και ιδεολογική, στο πλαίσιο της οποίας η ένοπλη δράση και η οργάνωση του πολέμου (όφειλαν να) υπηρετούν τις αρχές και τους στόχους του πατριωτισμού, της σύγχρονης αυτής πολιτικής ιδεολογίας, στο όνομα της οποίας συγκροτήθηκαν τα πρώτα εθνικά κινήματα στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα – μεταξύ αυτών και το ελληνικό. Αυτοί οι «νέου τύπου επαναστάτες», που υπηρέτησαν την εθνική ιδέα «στρατευμένοι στο όραμα του εθνικού κράτους», προκάλεσαν με τη δράση τους τη «μεγάλη αλλαγή του χριστιανού υποτελούς σε δυνάμει Έλληνα πολίτη». Στην παρούσα μελέτη η επικράτηση της επανάστασης συνδέεται με την ενδυνάμωση και την κατίσχυση των αρχών της εθνικής ιδεολογίας στη διαχείριση του πολέμου, τις οποίες υπαγορεύει και επιβάλλει η εθνική Διοίκηση, ενώ ο πόλεμος αντιμετωπίζεται ως καταλύτης των ρήξεων και των αλλαγών που συνοδεύουν την επαναστατική διαδικασία. Πρόκειται για διεργασίες που μεταβάλλουν τον τρόπο με τον οποίο τα ιστορικά υποκείμενα προσλαμβάνουν τις εξαιρετικές καταστάσεις στις οποίες ζουν και διαχειρίζονται τις προκλήσεις που δημιουργεί ο πόλεμος της εθνικής ανεξαρτησίας.

Τους αναβαθμούς του ελληνικού εθνικού κινήματος τον 19ο αιώνα εξετάζει το έργο του Νίκου Ροτζώκου, Οι αναβαθμοί του ελληνικού εθνικού κινήματος και η Επανάσταση του 1821. Το παράδειγμα του Χριστόφορου Περραιβού (υπό έκδοση). Η περίπτωση του στρατευμένου αυτού πατριώτη, ο οποίος ανέπτυξε συνωμοτική δράση στα γαλλόφιλα και τα ρωσόφιλα δίκτυα και εντάχθηκε στη Φιλική Εταιρεία, αναδεικνύεται ως ιστορικό παράδειγμα που φωτίζει την υπόθεση του τρόπου με τον οποίο τα γαλλόφιλα και τα ρωσόφιλα συνωμοτικά δίκτυα της εποχής, που συνέδεαν την απελευθέρωση με τον εθνικό φωτισμό και την προσδοκία του φωτισμένου ηγεμόνα-ελευθερωτή, του Γάλλου ή του Ρώσου αυτοκράτορα, μετεξελίχτηκαν σε συνωμοτικά δίκτυα μιας ελληνικής επαναστατικής οργάνωσης, όπως ήταν η Φιλική Εταιρεία, και τέθηκαν στην υπηρεσία του δικού της σχεδίου απελευθέρωσης. Η διαδρομή του Περραιβού από τη συνωμοτική ομάδα του Ρήγα στη Φιλική είναι παραδειγματική του τρόπου με τον οποίο συντελέστηκε η κρίσιμη αυτή καμπή στην ιστορία του ελληνικού εθνικού κινήματος, η μετατόπιση δηλαδή της ιδέας της απελευθέρωσης από την «υψηλή» πολιτική (γεωπολιτική) στη συλλογικά οργανωμένη επαναστατική δράση. Κεντρικό επιχείρημα του συγγραφέα είναι ότι η επαναστατική οργάνωση αναδύθηκε «εμβόλιμα», από τα αλληλοτροφοδοτούμενα δίκτυα της μυστικής ρωσικής διπλωματίας, της Εκκλησίας και των τοπικών ηγετικών ομάδων, τα οποία οργανώθηκαν στην προοπτική της επανάστασης και ο συνωμοτικός ιστός της εξυφάνθηκε γύρω από τα δίκτυα αυτά, προσδίδοντας καινούργιο πολιτικό νόημα και διανοίγοντας νέες δυνατότητες πολιτικής δράσης στις υπάρχουσες επαναστατικές διαθεσιμότητες του 18ου και του 19ου αιώνα.

Το επαναστατικό κίνημα στη Μακεδονία εξετάζει το έργο των Δημήτρη Παπασταματίου και Φωκίωνα Κοτζαγεώργη, Στις παρυφές της επανάστασης. Μια νέα προσέγγιση του αγώνα στη Μακεδονία και του κινήματος του Εμμανουήλ Παπά με βάση το οθωμανικό τεκμηριακό υλικό (υπό έκδοση), εστιάζοντας κατά κύριο λόγο στην επανάσταση στη Χαλκιδική με στόχο την αντανάκλαση που είχε η επαναστατική συγκυρία σε ένα περιφερειακό οθωμανικό αρχείο, αυτό του ιεροδικείου Θεσσαλονίκης. Σε αυτό το πνεύμα, η έρευνα αποσκοπεί στην ιχνηλάτηση των επαναστατικών γεγονότων στα ανεκμετάλλευτα από τους Έλληνες ιστορικούς οθωμανικά αρχεία, εστιάζοντας όχι στην αρχειακή πρόσληψη του Αγώνα από την Υψηλή Πύλη, δηλαδή την κεντρική αυτοκρατορική αρχή, αλλά από την περιφερειακή επαρχιακή διοίκηση της πόλης της Θεσσαλονίκης. Η οπτική είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς μελετά την εφαρμογή των κεντρικά σχεδιασμένων πολιτικών και τις ιδιαιτερότητες, δυσκολίες, αποκλίσεις και αναπροσαρμογές που επέβαλε η τοπική πραγματικότητα, δίνοντας βάρος όχι στη σουλτανική αρχή, αλλά στις περιφερειακές διοικητικές και δικαστικές αυθεντίες, στην προσπάθειά τους να καταστείλουν το επαναστατικό κίνημα του Παπά. Το υλικό στο οποίο βασίζεται η έρευνα είναι οι κώδικες του οθωμανικού ιεροδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι φυλάσσονται στο «Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας», που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για μια από τις αρκετές συλλογές οθωμανικού υλικού του «Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας», πλήρως ταξινομημένη και αρκετά γνωστή στην έρευνα, αν και ακόμη όχι πλήρως αξιοποιημένη ερευνητικά.

Τέλος, το έργο του Θανάση Μπαρλαγιάννη, Ιατρική ιστορία της Επανάστασης του 1821 και της Ελληνικής Πολιτείας(1821-1831). Οι απαρχές συγκρότησης της ελληνικής δημόσιας υγείας (υπό έκδοση), συνιστά την πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια να συνοψιστεί το υλικό που έχει φέρει στο φως η μέχρι στιγμής έρευνα σχετικά με την ιατρική, την υγεία και την αρρώστια στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 και της καποδιστριακής περιόδου. Πραγματεύεται τις ιατρικές επιστημονικές διασταυρώσεις, τη στρατιωτική και τη μοναστηριακή ιατρική, ερευνά τους επαγγελματίες της υγείας, τα νοσοκομεία, τα λοιμοκαθαρτήρια και τα υγειονομεία, τα οικονομικά της υγείας, τις επιδημίες, τις συνθήκες υγιεινής, την περίθαλψη και την πρόνοια και τον εμβολιασμό κατά της ευλογιάς, ενώ τα ζητήματα αυτά προσεγγίζονται με τα εργαλεία των medical humanities, ιδιαιτέρως της «ιατρικής ιστορίας». Κατανοώντας τους τρόπους αλληλεξάρτησης του ανθρώπινου σώματος, ως φυσικού δεδομένου, με τους λόγους περί υγείας του και με τις κοινωνικές και ιατρικές πρακτικές από τα μέσα του 18ου αιώνα και εξής, το έργο θέτει το ζήτημα της αύξησης του ενδιαφέροντος για την υγεία στο επίκεντρο των διαδικασιών που πυροδότησαν οι πολεμικές συγκρούσεις του 1821.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί μία πολύ σημαντική συμβολή στη μελέτη της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, την οποία προσεγγίζει διεπιστημονικά, από την άποψη της νομικής της οργάνωσης, του διοικητικού συστήματος, αλλά και της πολιτικής επιστήμης με τρόπο ισόρροπο και επιτυχημένο. Στα εν λόγω επιστημονικά πεδία εκτείνονται οι συμβολές 17 επιστημόνων με προέλευση και εμπειρία όχι μόνο από το Πανεπιστήμιο, αλλά και τη δημόσια διοίκηση. Το έργο καλύπτει ένα σημαντικό κενό αναφορικά με την οργάνωση των διοικητικών θεσμών στην Ελλάδα. Με έμφαση όχι τόσο στα νομικά μέσα δράσης της διοίκησης, λ.χ. τη διοικητική πράξη, τη διοικητική σύμβαση, όπως γίνεται στα εγχειρίδια διοικητικού δικαίου, αλλά ιδίως στη θεσμική οργάνωση των συγκεκριμένων διοικητικών δομών, το βιβλίο αποδίδει και συνθέτει την πολυπλοκότητα του διοικητικού συστήματος, τη διαφοροποίηση των θεσμών και των λειτουργιών του, τις συνταγματικές αρχές και τα οργανωτικά θεμέλιά του, αλλά επίσης και τις παθογένειες, τις βασικές αιτίες που εμποδίζουν τη διοικητική μεταρρύθμιση, όχι πια να επιτύχει, αλλά συχνά ακόμη και να περάσει στο στάδιο της εφαρμογής στην πράξη, ώστε να μη μείνει μόνο ως άσκηση επί χάρτου τελείως αποτελεσματική. Ήδη η αναφορά των οπτικών γωνιών από τις οποίες εξετάζεται το διοικητικό σύστημα εξηγεί και την ουσιαστική αναγκαιότητα της διεπιστημονικής προσέγγισης, την οποία επιλέγει το βιβλίο. Μόνο με τον τρόπο αυτό μπορεί να κατανοήσει ο μελετητής το ελληνικό διοικητικό σύστημα επειδή τα προβλήματα που το ταλανίζουν έχουν χαρακτήρα πολυκεντρικό. Η αξία λοιπόν και η μεγαλύτερη συμβολή του βιβλίου νομίζω ότι βρίσκεται ακριβώς στην εύληπτη, συστηματική και διαυγή παρουσίαση των κεντρικών σημείων του διοικητικού συστήματος τα οποία αλληλεξαρτώνται και αλληλεπιδρούν.
Ας πάρουμε π.χ. τις Ανεξάρτητες Αρχές (8ο κεφ., Μ. Λαμπροπούλου – Γ. Διέλλας). Το κεφάλαιο περιλαμβάνει ορισμούς, ιστορική εξέλιξη, τονίζει τον παράγοντα της ανεξαρτησίας των Αρχών, εξετάζει τους λόγους δημιουργίας τους, τη διαδικασία επιλογής και ανάδειξης των μελών τους σύμφωνα με το Σύνταγμα, καθώς και τις κατηγορίες Ανεξάρτητων Αρχών (συνταγματικής ή νομοθετικής βάσης). Για τον νομικό που ενδιάφερεται για τη συνταγματική θεμελίωση των Ανεξάρτητων Αρχών, η οποία εντέλει ανάγεται στη σχέση τους με την κοινωνία και στην προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών με όρους αμεροληψίας, σύμφωνα με την πλουραλιστική αντίληψη της δημοκρατίας,[1] το βιβλίο προσφέρει μια πυκνή και κατατοπιστική εξέταση των παραγόντων που οδήγησαν στη δημιουργία τους από τη σκοπιά ιδίως της διοικητικής επιστήμης κατά τρόπο που είναι χρήσιμος και πρόσφορος για την κατανόηση και την τελολογική ερμηνεία του άρθρου 101Α του Συντάγματος.
Μέχρι σήμερα, ενώ έχουμε επεξεργασμένες αναλύσεις που αφορούν λ.χ. τα άμεσα συνταγματικά όργανα του κράτους, υστερούμε σχετικά στην συνθετική, θεωρητική προσέγγιση των βασικών χαρακτηριστικών των διοικητικών θεσμών, η οποία δεν ήταν διαθέσιμη με τον τρόπο και με τα χαρακτηριστικά που επιχειρεί το βιβλίο. Ειδικότερα:
Το 1ο κεφ. εξετάζει τα συνταγματικά θεμέλια της δημόσιας διοίκησης. Το 2ο κεφ. αναλύει μεταξύ άλλων τη βασική έννοια της “δημόσιας πολιτικής” και εξετάζει τις μεταβολές που επέφερε στον τομέα αυτόν η δεκαετία των Μνημονίων. Το 3ο κεφ. εξετάζει την πολυτάραχη σχέση μεταξύ πολιτικοποίησης και επαγγελματισμού της δημόσιας διοίκησης η οποία αποτελεί σταθερή πηγή τριβών και κρίσης νομιμοποίησης ιδίως της κορυφής της διοικητικής ιεραρχίας. Το 4ο κεφ. είναι αφιερωμένο στη ρυθμιστική διοίκηση στην οποία εντοπίζονται ορισμένα από τα μεγαλύτερα δεινά της: η πολυνομία, η κακοδιοίκηση, ο νομικός φορμαλισμός. Το 5ο κεφ. μεταφέρει το πεδίο της έρευνας στην κυμαινόμενη σχέση του ιδιωτικού με το δημόσιο με αναφορά στο πεδίο που καλύπτει ο δημόσιος τομέας. Από το 6ο κεφ. αρχίζει πλέον η εξέταση των βασικών διοικητικών δομών, αρχής γενομένης όπως είναι φυσικό από την κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα. Το 7ο κεφ. προβαίνει σε μία εξαιρετική ανάλυση των υπουργείων και του ρόλου των υπουργών ως πολιτικών προϊσταμένων τους, καθώς και στη σχέση των υπουργών με το στελεχιακό δυναμικό των υπουργείων. Ακολουθεί το κεφ. για τις Ανεξάρτητες Αρχές. Το 9ο κεφ. είναι αφιερωμένο στο σοβαρότατο ζήτημα των διαφόρων μορφών διοικητικού ελέγχου οι οποίες έχουν καταλυτική σημασία για τη διαμόρφωση της σχέσης μεταξύ του κράτους και του πολίτη. Το 10ο κεφ. εξετάζει την αποσυγκέντρωση της διοίκησης, ενώ το 11ο τον πρώτο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης, τους δήμους. Το 12ο κεφ. ολοκληρώνει τη μελέτη των διοικητικών δομών με τις Περιφέρειες ως δεύτερο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης. Τα κεφ. 13, 14 είναι αφιερωμένα στους δημοσίους υπαλλήλους, τα είδη τους, τα συστήματα πρόσληψής τους, το καθεστώς και τις υπηρεσιακές μεταβολές τους (προαγωγές, κινητικότητα κλπ). Τέλος το βιβλίο συμπληρώνει μία διαφωτιστική ανάλυση του Θ. Τσέκου αναφορικά με τα διαχρονικά και πάγια χαρακτηριστικά της ελληνικής δημόσιας διοίκησης και γενικότερα της ελληνικής πολιτικής και διοικητικής κουλτούρας, καθώς επίσης και ο κριτικός σχολιασμός από τον Δ. Α. Σωτηρόπουλο των τελευταίων εξελίξεων που συνδέονται με τη δεκαετή οικονομική κρίση και την πανδημία. Ο εκ των επιμελητών του τόμου τονίζει την ευκαιρία που προσφέρει η πραγματικότητα της πανδημίας (όσο επώδυνη κι αν είναι κατά τα άλλα) για να προχωρήσουν, όπως πράγματι έγινε σε σημαντικό βαθμό, οι διαδικασίες αυτοματοποίησης και η εισαγωγή της πληροφορικής στην δημόσια διοίκηση.
Η μελέτη των κατ’ ιδίαν κεφαλαίων του βιβλίου αποκαλύπτει ορισμένες πρόσθετες αρετές του αναφορικά με τα επίπεδα ανάλυσης, τα οποία, κατά βάση, αναπτύσσονται με συνέπεια και συστηματικότητα στις επιμέρους ενότητές του. Επιτυγχάνεται λοιπόν ο συνδυασμός και η καθόλου αυτονόητη ισορροπία μεταξύ διαφόρων προτεραιοτήτων. Άρχικά η εξοικείωση του αναγνώστη με τις θεμελιώδεις έννοιες και αρχές οι οποίες διέπουν το κάθε συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο ή πεδίο της διοικητικής δράσης. Παρουσίαση στη συνέχεια των βασικών διοικητικών δομών στην ιστορική τους εξέλιξη με ταυτόχρονη αναφορά των κυριότερων νομοθετικών τομών που επιτρέπουν στον αναγνώστη να ακολουθήσει νοερά το νήμα της κρατικής ρύθμισης, όπως και τις απόπειρες μεταρρύθμισης στον συγκεκριμένο τομέα της διοίκησης. Επισήμανση των επίμονων τρόπον τινά προβλημάτων και αντιδράσεων που σημαδεύουν κάθε θεσμό και οξύνονται όποτε εκδηλώνονται μεταρρυθμιστικές προσπάθειες. Τέλος, ουσιαστικός, πυκνός και κατανοητός κριτικός προβληματισμός των τάσεων που επικρατούν και εξηγούν την κακοδαιμονία της δημόσιας διοίκησης και τη χαμηλή δεκτικότητα-δυνατότητα μεταρρύθμισής της. Όλα δε τα προηγούμενα ερμηνεύονται και αναλύονται με αναφορά στην περιρρέουσα και κρίσιμη πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση και ιδιαιτερότητα της δεκαετίας της οικονομικής κρίσης και των Μνημονίων. Προκύπτει λοιπόν με σαφήνεια τόσο η πνοή και η προσπάθεια μεταρρυθμίσεων που υποκινήθηκε από τους μνημονιακούς νόμους, όσο όμως και τα άνισα και περιορισμένα αποτελέσματα σε σχέση με τις φιλοδοξίες που συνδέθηκαν με αυτές τις μεταρρυθμίσεις.
Δεν είναι καινοφανές ούτε αιφνιδιάζει τον κάπως μυημένο αναγνώστη αλλά και τον εξοικειωμένο με την ελληνική διοίκηση πολίτη το γεγονός ότι στην κριτική ανάλυση αυτών των ζητημάτων κυριαρχούν ορισμένες σταθερές: Η δυσπιστία όχι μόνο των αντιπάλων πολιτικών δυνάμεων (της εκάστοτε αντιπολίτευσης) αλλά και του ίδιου του σώματος των δημοσίων υπαλλήλων απέναντι στις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες της κυβέρνησης. Η έμφαση στον νομικό φορμαλισμό, δηλαδή στην υπερβολική σημασία που δίνεται στο γράμμα των νομικών διατάξεων χωρίς συνεκτίμηση οποιωνδήποτε ποιοτικών χαρακτηριστικών τα οποία συνδέονται με την αξιολόγηση της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας της διοικητικής δράσης. Τα δύο αυτά προβλήματα συνδέονται, στο μέτρο που η αποτίμηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών αντιμετωπίζεται με δυσπιστία και αμφισβήτηση της αντικειμενικότητας των κρίσεων και των αξιολογήσεων. Όλα αυτά οδηγούν στην τάση αυτονόμησης της κυβερνητικής δράσης και του κυβερνητικού προγράμματος από τις πάγιες διοικητικές δομές και τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους, αντί για τους οποίους διορίζεται υπερπληθώρα μετακλητών υπαλλήλων. Αποτέλεσμα είναι ότι η δημόσια διοίκηση στερείται θεσμική μνήμη, συνέχεια και αξιοποίηση των καταρτισμένων στελεχών της (ιδιαίτερα όσων έχουν φοιτήσει στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης).
Τα ανωτέρω προβλήματα καθιστούν σαφές ότι χρειάζεται παράλληλη, ισορροπημένη και συνδυασμένη παρέμβαση σε περισσότερα και ετερογενή πεδία προκειμένου να καταστεί εφικτή η αποτελεσματικότητα των διοικητικών τομών. Δεν αρκεί μία ειδίκευση (π.χ. μόνο η νομική) αλλά χρειάζεται δέσμη ειδικών γνώσεων για να υποστηρίξουν τις αντίστοιχες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες. Σίγουρα το βιβλίο αποτελεί επιτυχές παράδειγμα συνεργασίας επιστημόνων διαφορετικών κλάδων για να παραχθεί ομοιογενές συλλογικό έργο. Προσφέρεται λοιπόν για βασικό διδακτικό εγχειρίδιο σε σχολές διοικητικής επιστήμης και δημόσιας διοίκησης ή για συμπληρωματικό εγχειρίδιο σε νομικές σχολές, επειδή συνδυάζει την έκθεση των βασικών διοικητικών δομών του κράτους με την κριτική ανάλυση των κεντρικών προβλημάτων. Ιδιαίτερα πετυχημένη είναι η παρουσίαση του υπερσυγκεντρωτικού χαρακτήρα του κράτους και των προσπαθειών αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης.
Ίσως θα ήταν σκόπιμο σε επόμενη έκδοση του βιβλίου να δοθεί λίγο μεγαλύτερη σημασία στον ρόλο που παίζουν οι Ανεξάρτητες Αρχές στο ισχύον διοικητικό σύστημα ως παράδειγμα της σχέσης του κράτους με την κοινωνία. Επίσης θα μπορούσε να εξεταστεί αν θα ήταν ωφέλιμο να υπάρξει ένα κεφάλαιο ειδικά αφιερωμένο στην ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση και στους μηχανισμούς της ελληνικής διοίκησης για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις αυτές και ειδικότερα στην υποχρέωση να διασφαλιστεί η μακροοικονομική σταθερότητα. Οι σημαντικές μεταβολές στον τομέα του δημοσιονομικού ελέγχου και στον ρόλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι πιθανό να επηρεάσουν ευρύτερα το ελληνικό διοικητικό σύστημα και να διαμορφώσουν νέα δεδομένα.
Από τις σκέψεις που προεκτέθηκαν προκύπτει με σαφήνεια ότι το βιβλίο δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον μόνο για τον νέο επιστήμονα, τον φοιτητή ή τη φοιτήτρια. Προσφέρει επίσης ερεθίσματα και για το πιο ώριμο επιστημονικό κοινό αποτελώντας σημαντική συμβολή στη βιβλιογραφία για το διοικητικό σύστημα και τη δημόσια διοίκηση της χώρας μας.
Τέλος, θα μπορούσε να εξεταστεί η δυνατότητα να διαμορφωθεί μια βάση δεδομένων στο διαδίκτυο, όπου θα καταγράφονται οι συντελούμενες νομοθετικές μεταβολές έτσι ώστε να εξασφαλίζεται κατά το δυνατόν η έγκαιρη ενημέρωση του έργου.
Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο αξίζει την προσοχή και το ενδιαφέρον όσων ασχολούνται και προβληματίζονται με τον μεγάλο ασθενή του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας που δεν είναι άλλος από τη δημόσια διοίκηση.

[1] Βλ. Γ. Τασόπουλου, Το συνταγματικό θεμέλιο των Ανεξάρτητων Αρχών, σε Κ. Σπανού, Δ. Α. Σωτηρόπουλος (επιμ.), Κουλτούρα, Ιστορία, Δημοκρατία. Τιμητικός Τόμος για τον Νικηφόρο Διαμαντούρο, (Αθήνα, Παπαδόπουλος, 2018), σ. 137.

Βιβλιοπαρουσίαση: Γιάννης Τασόπουλος, Καθηγητής ΕΚΠΑ

Περιοδικό, Το Σύνταγμα, www.constitutionalism.gr

Η συγγραφέας μέσα από τα έξι καλοδομημένα κεφάλαια, στοχεύει μέσω της διάχυσης της διεθνούς πληροφορίας για τα μικροπλαστικά, στην αλλαγή της νοοτροπίας του κοινού απέναντι στη χρήση του πλαστικού και στη γενικότερη διαχείριση των απορριμμάτων. Δηλαδή, μέσω της γνώσης, στην αναβάθμιση του περιβάλλοντος. Σημαντικά σημεία του βιβλίου άξια προσοχής και ερ-μηνείας από τη συγγραφέα αποτελούν:

  • Τι είναι τα μικροπλαστικά (μέγεθος, χρωματισμός, σχήμα).
  • Ανακύκλωση των πλαστικών σήμερα.
  • Χρόνος ζωής των πλαστικών (μικρός, σε αντίθεση με τα μικροπλαστικά που παραμένουν για πολλά χρόνια).
  • Πλαστικά απορρίμματα στις θάλασσες, ρύπανση από δίκτυα-«φαντάσματα» που μαζί με άλλον εγκαταλελειμμένο αλιευτικό εξοπλισμό αντιπροσωπεύουν το 10% όλων των θαλάσσιων απορριμμάτων.
  • Κατηγορίες μικροπλαστικών (πρωτογενή βιο-μηχανικά, πρωτογενή κα-ταναλωτικά, δευτερογενή μικροαστικά).
  • Πηγές μικροπλαστικών.
  • Μεταφορά των μικροπλαστικών.
  • Ανίχνευση μικροπλαστικών στο ανθρώπινο σώμα.
  • Επιπτώσεις στο περιβάλλον και στον άνθρωπο. Ο αναγνώστης του βιβλίου που μπορεί να είναι ο επιστήμονας, ο φοιτητής αλλά και ο απλός πολίτης που ενδιαφέρεται για την ποιότητα της ζωής του και για την προστασία του περιβάλλοντος, είναι σε θέση με το διάβασμα του βιβλίου όχι απλά να γνωρίσει όλα τα σχετικά που αφορούν τα μικροπλαστικά, αλλά και να εμβαθύνει τις γνώσεις και αναζητήσεις του αναφορικά με τη μεταφορά των μικροπλαστικών στα εδάφη, στην ατμόσφαιρα, στα ποτάμια, στις θάλασσες, στο περιβάλλον γενικότερα. Ταυτόχρονα όμως ο αναγνώστης που είναι στην πραγματικότητα και ο ενημερωμένος περί τα περιβαλ-λοντικά πολίτης, εμβαθύνει τις γνώσεις του μέσα από την ανάλυση των επιπτώ-σεων των μικροπλαστικών από τη διασπορά τους στο περιβάλλον, γεγονός που είναι απόλυτα απαραίτητο προκειμένου να κατανοηθεί πλήρως ο κύκλος μεταφοράς των μικροπλαστικών και οι επιπτώσεις τους σε έμβια όντα όπως είναι τα πουλιά και τα ψάρια.

Η συγγραφέας προσπαθεί να απαντήσει και στο βασικό ερώτημα του ποιες είναι οι επιπτώσεις των μικροπλαστικών στον ανθρώπινο οργανισμό, μέσα από τη μελέτη των διαφόρων χημικών στοιχείων που υπάρχουν στα πλαστικά.

Η διάσταση που βάζει η συγγραφέας να εμβαθύνει και να αναλύσει τη σημερινή πραγματικότητα για τα μικροπλαστικά εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού (COVID-19) προσδίδει μια διάθεση επιστημονικής αγωνίας της για τη μελλοντική εξέλιξη της προστασίας των κοινωνιών από τα μικροπλαστικά, μια και οι περισσότερες κυβερνήσεις των χωρών παγκόσμια έχουν αποσύρει την απαγόρευση για τα πλαστικά μιας χρήσης, είτε έχουν στην καλύτερη των περιπτώσεων αναστείλει την εφαρμογή της. Το ερώτημα, το αν δηλαδή θα υπάρξει στο μέλλον περιβάλλον χωρίς μικροπλαστικά, το βάζει όχι ασφαλώς ρητορικά η συγγραφέας αλλά ουσιαστικά και είναι το απόσταγμα της όλης της μέχρι στιγμής επιστημονικής της ενασχόλησης με το αντικείμενο των μικροπλαστικών σε διεθνές επίπεδο. Και ζητά από τον κάθε πολίτη όχι απλά να ευαισθητοποιηθεί αλλά να ενδιαφερθεί ο ίδιος για την ουσιαστι-κή μείωση των μικροπλαστικών και νανοπλαστικών μέσα από τη μείωση των πλαστικών απορριμμάτων στα πλαίσια της ορθής λειτουργίας της κυκλικής οικονομίας.

 

 

Ο κ. Ιωάννης Κ. Καλαβρουζιώτης είναι καθηγητής, κοσμήτορας ΣΘΕΤ – ΕΑΠ

TO BHMA, Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2021

Σε μία εποχή όπου οι συλλογικές βεβαιότητες μοιάζουν να καταρρέουν, ο νεοφιλελευθερισμός φαίνεται κυρίαρχος σε όλα τα κοινωνικά πεδία και η οργανωμένη συλλογική διεκδίκηση περνάει περίοδο ύφεσης, ίσως το παρελθόν να έχει να μας δώσει περισσότερα διδάγματα και αφορμές για προβληματισμό από ό,τι φανταζόμαστε. Ο Edward Palmer Thompson έζησε ακριβώς αυτή την κατάρρευση των συλλογικών βεβαιοτήτων, την ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και την επέλαση του θατσερισμού. Πολιτικά ενεργός και ο ίδιος, από τις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βρετανίας για μία δεκαετία (1946-1956) και σαν ακτιβιστής για τον πυρηνικό αφοπλισμό, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των κοινωνικών αγώνων της γενιάς του και η πένα του αντανακλά ακριβώς αυτές τις εξελίξεις τόσο στην ακαδημία ειδικά όσο και γενικά στην κοινωνία.

Και ο Thompson μας παρουσιάζει με έξοχο τρόπο, πως υπήρξε μία εποχή, όσο και τόσο μακρινή όσο μας παρουσιάζεται, όπου το παράλογο χαρακτήριζε την θρησκευτική προσήλωση του αστικού κόσμου στους νόμους της ελεύθερης αγοράς και στην ικανότητά της να αυτορυθμίζεται.

O Thompson δεν ήταν απλώς ένας αφοσιωμένος μαρξιστής ιστορικός και δηλωμένος σοσιαλιστής: την εποχή που η τάξη υποχωρούσε σαν αναλυτική κατηγορία στα δυτικά πανεπιστήμια και ο μαρξισμός αυτοπαγιδευόταν στις πνιγηρές αναλύσεις των Γάλλων (κυρίως) στρουκτουραλιστών, ο Thompson έδινε έναν διμέτωπο αγώνα. Αφενός επέμεινε στην διερεύνηση της ιστορίας της εργατικής τάξης, από όπου και προέκυψε το μνημειώδες The Making of the English Working Class (Η Συγκρότηση της Αγγλικής Εργατικής Τάξης, εκδόσεις του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τράπεζας Πειραιώς), αφετέρου αγωνίστηκε για την διερεύνηση των νοοτροπιών και των πεποιθήσεων των ίδιων των υποκειμένων της ιστορίας και δη των εργατικών και ευρύτερα λαϊκών στρωμάτων. Σε πείσμα της αλτουσεριανής εκδοχής του μαρξισμού που ανήγαγε σχεδόν όλες τις κοινωνικές εξελίξεις σε αόρατες δυνάμεις της ιστορίας που επενεργούν ανεπηρέαστα από και επί του κοινωνικού γίγνεσθαι, ο Thompson μελέτησε και ανέσυρε από την λήθη τις πεποιθήσεις και τα ελατήρια πίσω από τις πράξεις των στρωμάτων εκείνων που δεν είχαν την τύχη να αφήσουν τα αχνάρια τους στον δημόσιο λόγο. Ιστορικοί σαν τον Thompson και τον Ε. J. Hobsbawm έδωσαν στην ιστορική τους ανάλυση χώρο στην αυτενέργεια των ιστορικών υποκειμένων και επιζήτησαν να διαυγάσουν τα κίνητρα πίσω από τις πράξεις τους. Η Ηθική Οικονομία του Πλήθους αποτελεί ένα έργο που εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο.

Στο επίκεντρο της έρευνας του Thompson εν προκειμένω, τίθενται τα εργατικά και ευρύτερα λαϊκά στρώματα της Βρετανίας κατά το 18ο αιώνα και οι αντιδράσεις τους σε περιόδους σιτοδείας και ύψωσης της τιμής των τροφίμων. κυρίως δηλαδή οι Ταραχές για Τρόφιμα (Food Riots). Αντικρούοντας τις αναλύσεις συντηρητικών ιστορικών που έβλεπαν στις ταραχές απλώς οχλοκρατικά ξεσπάσματα οργής, ο Thompson μεθοδικά, ανασυνθέτει την νοοτροπία και το σκεπτικό των ανθρώπων της εποχής και πολύ πειστικά υποδεικνύει πως στον πυρήνα των αντιδράσεων του «πλήθους» βρίσκονταν αντιλήψεις για την οικονομία και την σχέση της με τα υπόλοιπα κοινωνικά πεδία, οι οποίες δεν ήταν σε καμία περίπτωση ανορθολογικές αλλά απλούστατα ήταν ασύμβατες με τα διδάγματα της Πολιτικής Οικονομίας, της νέας οικονομικής σκέψης που σάρωσε την Ευρώπη κατά τον 19οαιώνα. Οι Ταραχές για τα Τρόφιμα συνεπώς δεν αποτελούσαν οχλοκρατικές εκδηλώσεις, αλλά ήταν μορφές συλλογικής δράσης και επικαλούνταν συγκεκριμένες εθιμικές ρυθμίσεις στον χώρο της αγοράς, εμπνεόμενες από την αντίληψη πως οι ανθρώπινες ζωές και η κοινωνική συνοχή βάραιναν περισσότερο από τα κέρδη των εμπόρων και των παραγωγών. Η άποψη πως η αγορά θα μπορούσε να λειτουργεί ανεξέλεγκτα, θέτοντας σε κίνδυνο ολόκληρες κοινότητες και την κοινωνική συνοχή, όχι μόνο θεωρούνταν παράλογη, αλλά δεν απέκτησε ερείσματα παρά μόνο στις αρχές του 19ου αιώνα. Το σύνολο αυτών των λαϊκών αντιλήψεων ως προς την οικονομία ήταν που ο Thompson αναγνώρισε ως ηθική οικονομία του πλήθους.

Ο νεοφιλελευθερισμός δεν αρκέστηκε στην σαρωτική του επιτυχία στο παρόν, αλλά ζήτησε να επικρατήσει αναδρομικά και στο παρελθόν. Όταν ένα κοινωνικό-οικονομικό σύστημα διεκδικεί τους τίτλους της «φυσικής» κατάστασης των πραγμάτων, δεν μπορεί και δεν θέλει να εξετάσει τις επώδυνες διαδικασίες του τοκετού του.

Η ηθική οικονομία πολύ σύντομα διαδόθηκε σαν εργαλείο στους χώρους των ανθρωπιστικών επιστημών. Η σύλληψη του Thompson κάλυψε ένα μεγάλο κενό, και αξιοποιήθηκε με πολλαπλούς τρόπους, προκειμένου να ερμηνευτούν οι στάσεις των ανθρώπων απέναντι κυρίως στην σαρωτική επικράτηση του Καπιταλισμού και ανάλογων σχέσεων παραγωγής και εργασίας. Αναρίθμητες εργασίες άντλησαν την έμπνευση τους από την Ηθική Οικονομία του Πλήθους, με ορισμένα από αυτά να συμπληρώνουν και να προεκτείνουν την επιχειρηματολογία του Thompson, όπως έκανε παραδείγματος χάριν ο James Scott με το έργο The Moral Economy of the Peasant (1976). Απαραίτητο φυσικά παραμένει σαν έργο για τους ιστορικούς: η ποικιλία των πηγών που ο Βρετανός ιστορικός αξιοποιεί για να διεισδύσει στην λαϊκή νοοτροπία και ο υποδειγματικός τρόπος που τις αξιοποιεί παραμένουν πρότυπο για όσους φιλοδοξούν να καταπιαστούν με την κοινωνική  και την εργατική ιστορία.

Πέραν των παραπάνω, η μεγαλύτερη αξία του βιβλίου ίσως έγκειται στην βαθιά πολιτική θέση που διαπνέει την αμφισβήτηση της  ιδέας πως ο Καπιταλισμός αποτελεί πάνω-κάτω φυσική κατάσταση για της ανθρώπινες κοινωνίες. Τούτη η ιδέα αποτελεί αξίωμα και θεμέλιο λίθο της κυρίαρχης αστικής αφήγησης. Η Ηθική Οικονομία συνεπώς, δεν αποτελεί μόνο ένα υποδειγματικό ιστορικό έργο, αλλά και μία ευθεία αμφισβήτηση του κυρίαρχου αφηγήματος.

Πολιτικά, οι πεποιθήσεις των ανθρώπων του 18ου αιώνα και οι πρακτικές τους, μπορεί σήμερα να μη λογίζονται καν ως ριζοσπαστικές. Άλλωστε ο Thompson δείχνει πως πολλές φορές τα χαμηλά στρώματα αναζητούσαν και ανεύρισκαν συμμαχίες με την αριστοκρατία, που τόσο ανησυχούσε για την ορμητική είσοδο της αστικής τάξης στην κεντρική πολιτική σκηνή. Ωστόσο ακόμη και σήμερα ή μάλλον ακόμη περισσότερο σήμερα, η αμφισβήτηση της θέσης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής σαν περίπου φυσική κατάσταση των πραγμάτων, αποτελεί μία βαθιά πολιτική τοποθέτηση. Και ο Thompson μας παρουσιάζει με έξοχο τρόπο, πως υπήρξε μία εποχή, όσο και τόσο μακρινή όσο μας παρουσιάζεται, όπου το παράλογο χαρακτήριζε την θρησκευτική προσήλωση του αστικού κόσμου στους νόμους της ελεύθερης αγοράς και στην ικανότητά της να αυτορυθμίζεται. Η ηθική οικονομία του πλήθους, συνιστούσε μία ολότελα διαφορετική αντίληψη για την θέση και τον ρόλο της οικονομίας στο κοινωνικό γίγνεσθαι, ακόμη και αν δεν μπορεί να ιδωθεί σαν μία πραγματική εναλλακτική για την οργάνωση της κοινωνίας.

Ο νεοφιλελευθερισμός δεν αρκέστηκε στην σαρωτική του επιτυχία στο παρόν, αλλά ζήτησε να επικρατήσει αναδρομικά και στο παρελθόν. Όταν ένα κοινωνικό-οικονομικό σύστημα διεκδικεί τους τίτλους της «φυσικής» κατάστασης των πραγμάτων, δεν μπορεί και δεν θέλει να εξετάσει τις επώδυνες διαδικασίες του τοκετού του. Και το έργο του Thompson επιτελεί ακριβώς αυτό το σκοπό. Με επιστημοσύνη και αίσθηση του καθήκοντος του ιστορικού και του πολιτικού ακτιβιστή, αλλά κυρίως με αγάπη και σεβασμό για τις κατώτερες τάξεις και τους ηττημένους της ιστορίας, διέσωσε από την λήθη τους ξεχασμένους αγώνες, ξεχασμένων ανθρώπων. Η Ηθική Οικονομία του πλήθους πλην όλων των άλλων είναι ένας φόρος τιμής στους ανώνυμους εκείνους ανθρώπους που έγραψαν ακόμη ένα κεφάλαιο στους αγώνες για την κοινωνική χειραφέτηση.

Πηγή: Βαβυλωνία

 

Τα ερωτήματα αυτά δεν επιδέχονται κοινώς αποδεκτή απάντηση, στον βαθμό που υπάρχουν πολλοί ορισμοί της ηθικής και πολλές διαφορετικές συλλήψεις της οικονομικής ζωής. Εχουν υπάρξει ιστορικά, για παράδειγμα, διάφορες εκδοχές μιας καπιταλιστικής ηθικής, συμβατής αν όχι με τη σύλληψη του homo economicus πάντως με την απενοχοποιημένη επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος. Εχει υποστηριχθεί, για παράδειγμα, ότι και ο νεοφιλελευθερισμός συνδέεται με μια ιδιαίτερη «ηθική οικονομία» που δίνει προτεραιότητα στα δικαιώματα των καταναλωτών να ικανοποιήσουν τις ατομικές τους προτιμήσεις και στην υποχρέωση θεσμών και καταναλωτών να επιτρέπουν την ελεύθερη ροή της προσφοράς και της ζήτησης.

Ο κλάδος της «επιχειρηματικής ηθικής» αποτελεί από πολλές απόψεις μια τέτοια περίπτωση, καθώς, όπως δείχνει στο άρθρο του εδώ ο Νίκος Αστρουλάκης, εξ ορισμού κινείται εντός του καπιταλιστικού πλαισίου. Και βέβαια, υπάρχουν ηθικοί κώδικες που ρυθμίζουν τις δοσοληψίες στην αγορά, όπως αυτοί που αφορούν την υποχρέωση αποπληρωμής των χρεών και στους οποίους αναφέρονται (και ασκούν κριτική) στα κείμενά τους η Δάφνη Παπαδάκη και ο Σπύρος Μαρκέτος.

Ηθική οικονομία, για τον Τόμσον, είναι εν τέλει το σύνολο των λαϊκών αντιλήψεων που υφίστατο και αντιπαρατέθηκε στην επέλαση του καπιταλισμού, της κυριαρχίας των νόμων της αγοράς και της φιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας την εποχή της ανόδου τους.

Μάλλον πιο κοινό είναι να σκεφτόμαστε τη σχέση ηθικής και οικονομίας μέσα από το πρίσμα μιας ηθικής κριτικής σε οικονομικές πρακτικές και συμπεριφορές. Στη χριστιανική παράδοση η απληστία είναι ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, ενώ ο τοκογλύφος εμφανίζεται από πολύ παλιά ως φιγούρα ειδεχθής (ή και δαιμονική).

Σε αυτή τη γραμμή κριτικής και διαμαρτυρίας εντάσσεται και η έννοια της ηθικής οικονομίας, που ανέπτυξε ο ιστορικός E. P. Thompson (δημοσιεύεται εδώ ένα απόσπασμα από το βιβλίο του που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστήμιου) για να αναφερθεί στις πεποιθήσεις του πλήθους στις λεγόμενες «ταραχές για τα τρόφιμα» στην Αγγλία του 18ου αιώνα. Κακές σοδειές οδηγούσαν σε σπάνη και άνοδο των τιμών των σιτηρών, και κατά συνέπεια διαγραφόταν ο κίνδυνος της πείνας για τις λαϊκές τάξεις που κινητοποιούνταν για να τον αποσοβήσουν.

Η ακρίβεια στην αγορά πυροδότησε και στον 20ό αιώνα κινητοποιήσεις που για τη νομιμοποίησή τους προσέφευγαν σε έναν λόγο με ισχυρή παρουσία ηθικών αξιών, από τις εργατικές διαδηλώσεις στην Ελλάδα του 1920 ενάντια στην αισχροκέρδεια και τις κινήσεις του ΕΑΜ ενάντια στην απόκρυψη τροφίμων από τους μαυραγορίτες στην Κατοχή (βλ. εδώ το κείμενο του Κωνσταντίνου Λαμπράκη) μέχρι την «αυτομείωση» στις τιμές αγαθών και ηλεκτρικού που προπαγάνδιζε η Εργατική Αυτονομία στην Ιταλία της δεκαετίας του 1970.

Ηθική οικονομία, για τον Τόμσον, είναι εν τέλει το σύνολο των λαϊκών αντιλήψεων που υφίστατο και αντιπαρατέθηκε στην επέλαση του καπιταλισμού, της κυριαρχίας των νόμων της αγοράς και της φιλελεύθερης πολιτικής οικονομίας την εποχή της ανόδου τους. Θα μπορούσαμε να τροποποιήσουμε τη σύλληψή του για να έχει ισχύ και σήμερα: να σκεφτούμε την ηθική οικονομία, δηλαδή, ως ένα σύνολο αντιλήψεων που υπερασπίζουν αυτό που απειλείται κάθε φορά από την επέκταση της λογικής της αγοράς σε νέες σφαίρες.

Πενήντα χρόνια μετά τη γέννησή της, η έννοια της ηθικής οικονομίας παρουσιάζει αξιοσημείωτο δυναμισμό και έχει εδραιωθεί στις κοινωνικές επιστήμες. Σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται στο ότι οι τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίζονται από την «επέκταση των αγορών και της λογικής τους σε πτυχές της ζωής που παραδοσιακά διέπονται από διαφορετικούς κανόνες», όπως το θέτει ο φιλόσοφος Michael Sandel, στου οποίου τις μελέτες αναφέρεται στο κείμενό της η Ελένη Κακλαμάνου. Η επέλαση των αγοραίων λογικών στις σύγχρονες κοινωνίες ωθεί στην αναζήτηση εργαλείων κατάλληλων να περιγράψουν και να ερμηνεύσουν τις μη (ή και αντι-) αγοραίες αντιλήψεις, και η «ηθική οικονομία» έχει φανεί χρήσιμη σ’ αυτό.

Για να επιστρέψουμε στο ευρύτερο πεδίο των σχέσεων ηθικής και οικονομίας, αυτές μπορούν να προσεγγιστούν από διάφορες πλευρές: να μελετηθούν οι σχετικές αντιλήψεις των ανθρώπων, όπως εκφράζονται με λόγια και με έργα· να εξεταστούν πιο συγκεκριμένα συμπεριφορές που υπερβαίνουν τον στενό υπολογισμό του ατομικού συμφέροντος· να διατυπωθούν προτάσεις για το πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί η «ηθικοποίηση» της οικονομίας, μια λειτουργία της πιο συμβατή με αρχές όπως η δικαιοσύνη και η αλληλεγγύη.

Η τελευταία προσέγγιση έρχεται να συναντήσει την προβληματική της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, στην οποία αναφέρεται στη συμβολή της η Χαρά Κούκη, και στην οποία μπορεί να ανιχνεύσει κανείς ηθικές αρχές που εμπνέουν την οικονομική πράξη και όχι μόνο την κοινωνική διαμαρτυρία. Ερχεται να συναντήσει, επίσης, την αρχή της ρύθμισης της οικονομίας, κατά βάση από το κράτος. Η υπαγωγή της οικονομικής ζωής σε κανόνες (συχνά με έντονη ηθική διάσταση) που θεσπίζει η κοινότητα/οι αρχές γίνεται μέσα από ποικίλες ρυθμίσεις – οι οποίες στη νεωτερική εκδοχή τους μπορεί να αποσκοπούν στην προαγωγή της ηθικής και πολιτικής ισότητας των πολιτών παρ’ όλες τις οικονομικές ανισότητες, όπως δείχνει στη συμβολή του ο Διονύσης Δρόσος.

Θα κλείσουμε με ένα σχόλιο για την οικονομική επιστήμη, η οποία έχει συγκροτηθεί σε αντίθεση με την ηθική σκέψη, διατεινόμενη ότι μελετά τον κόσμο όπως πραγματικά είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι – θεωρώντας για παράδειγμα ότι «δεν υπάρχουν δίκαιες τιμές, υπάρχουν μόνο τιμές ισορροπίας». Η «απο-ηθικοποίηση» της θεωρίας της οικονομίας, στην οποία αναφέρεται και ο Τόμσον, στην πραγματικότητα ταυτίζεται εν πολλοίς με την αποπολιτικοποίησή της. Αν η αποπολιτικοποίηση εμφανίζεται εύλογη ως αρχή για την επιστήμη της οικονομίας (παρότι και εδώ θα είχε κανείς αρκετές επιφυλάξεις), για τη δημόσια οικονομική πολιτική συνεπάγεται ένα τεχνοκρατικό μοντέλο διαχείρισης της οικονομίας με βάση τις υπαγορεύσεις μιας θεωρίας που ισχυρίζεται ότι είναι ηθικά και πολιτικά (όπως και ταξικά) ουδέτερη.

Ωστόσο, η δημοκρατία και η εμβάθυνσή της έχει συνδεθεί ιστορικά με τη συμπερίληψη στην πολιτική διαπάλη σφαιρών που είναι κρίσιμες για την κοινωνική αναπαραγωγή, όπως η οικονομία. Από τη στιγμή, λοιπόν, που γίνεται δεκτό ότι η οικονομική ζωή αποτελεί ένα πεδίο στο οποίο το κράτος δικαιούται να παρεμβαίνει, κι από τη στιγμή που στις δημοκρατίες οι αποφάσεις δεν (πρέπει να) παίρνονται με αμιγώς τεχνοκρατικά κριτήρια, στη δημόσια συζήτηση για την οικονομία είναι αναπόφευκτο ότι θα διατυπώνονται πολιτικά επιχειρήματα με λιγότερο ή περισσότερο ισχυρές ηθικές διαστάσεις.

Ο Νίκος Ποταμιάνος είναι εντεταλμένος ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Ερευνας.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Αρχικά, με τράβηξε ο τίτλος και, στη συνέχεια, ο ορισμός που διάβασα στο οπισθόφυλλο:

«[…] Ως εγκλήματα των ισχυρών καταγράφονται εγκλήματα του κράτους, του ιδιωτικού τομέα αλλά και των συμπράξεών τους, η δράση του οργανωμένου εγκλήματος καθώς και όψεις της διαφθοράς, που στην εποχή μας έχουν σαφώς συμβιωτική και λειτουργική σχέση […]».

Πρόκειται για «μια σχετικά νέα αναλυτική κατηγορία στην Εγκληματολογία, συγκεκριμένα υπό το επιστημολογικό παράδειγμα της Κριτικής Εγκληματολογίας», η οποία εντάσσεται στον ευρύτερο κλάδο της μαρξιστικής εγκληματολογίας.

Δεν είμαι νομικός. Μελετάω όμως συστηματικά εγκληματολογικά και νομικά δοκίμια, ελληνικές και διεθνείς εκθέσεις για το οργανωμένο έγκλημα και τη διαφθορά, προκειμένου να ψαρέψω αχρείες ιδέες και να τεκμηριώσω πραγματολογικά τις ιστορίες μου. Υπό την εμπειρία αυτής της ιδιότητας και μόνο, διατυπώνω τις ακόλουθες νύξεις για την οικονομική μήτρα που γεννά τη συμβιωτική και λειτουργική σχέση της οικονομικής, πολιτικής και κρατικής ελίτ με το οργανωμένο έγκλημα:

Τα συστήματα συμβίωσης και ο λειτουργικός τους ρόλος ενέχουν στον καπιταλισμό θέση προπατορικού αμαρτήματος. Είναι ίδιον των παραγωγικών του σχέσεων.

Η πρωταρχική συσσώρευση και ο συνεπακόλουθος υπέρμετρος πλουτισμός των οικονομικά και πολιτικά ισχυρών ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν σε ειδυλλιακές συνθήκες «ήπιας πολιτικής οικονομίας», με όρους ηθικής και ίσων ευκαιριών, αλλά «με κίνητρο τα πιο άνομα, τα πιο βρομερά και τα πιο μικροπρεπή απεχθή πάθη» (Καρλ Μαρξ): Με την υπεξαίρεση δημόσιου πλούτου, τη λεηλασία, την ωμή αρπαγή, την καταχρηστική εκποίηση περιουσιών, την κλοπή και τον σφετερισμό πλουτοπαραγωγικών πηγών, το δουλεμπόριο και το λαθρεμπόριο κάθε είδους, τη ληστρική και αποικιοκρατική πειρατεία, την εκμετάλλευση των συνθηκών κρίσης, που δημιουργεί η υπέρμετρη μεγέθυνση του δημόσιου χρέους, τη φοροδιαφυγή, τον φόνο μετά ληστείας, την καταχρηστική νομοθεσία που επιβάλλει το δίκαιο του ισχυροτέρου και τη μεροληπτική κατασταλτική και δικαστική εξουθένωση των αδυνάμων, το ξέπλυμα εγκληματικού, αιματοβαμμένου πλούτου και τη μετατροπή του σε ευυπόληπτο και επενδυτικό και τοκοφόρο κεφάλαιο, με δυο λόγια με όλες τις αποχρώσεις της βίας, ως μέσου απόκτησης πλούτου και εξουσίας.

Με τις ίδιες μεθόδους της άγριας, πολεμικής πολιτικής οικονομίας, κυριαρχούν και οι σύγχρονες, όλο και πιο αυταρχικές και πολεμόχαρες ολιγαρχικές ελίτ, οι οποίες, παρά τους λυσσαλέους ανταγωνισμούς τους, συνασπίζονται όταν πρόκειται να υπερασπίσουν την ταξική και αποικιοκρατική επικυριαρχία τους. Αδιαφορούν ακόμα και για τα πιο στοιχειώδη προσχήματα. Χλευάζουν ωμά και αδίσταχτα ακόμα και το θεμελιώδες φιλοσοφικό υπόβαθρο του αγαπημένου τους φιλελευθερισμού.

Τον πάλαι ποτέ υποκριτικό εκθειασμό του ατόμου και της φιλόπονης προσπάθειάς του, με την οποία μπορεί να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες και να πλουτίσει αξιοπρεπώς, σεβόμενο τους θεσμούς των ανθρώπων, την οργή του Θεού και την απομύζηση απλήρωτης εργασίας.

 

Παγκοσμιοποίηση

Η γνωστή παρέκβαση του Μαρξ για την παραγωγική εργασία, στην οποία περιγράφεται το πώς ο εγκληματίας είναι αναπόσπαστος παράγοντας που συμβάλλει στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, αλλά και στο πώς ο ατομικός, εθνικός και παγκόσμιος πλούτος πολλαπλασιάζεται, μέσω της συνεχούς επίθεσης του εγκλήματος στην ιδιοκτησία, παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη για τον ορισμό της πολιτικής οικονομίας του οργανωμένου εγκλήματος.

Θυμίζω ένα σχετικό με την έκδοση και τον γράφοντα απόσπασμα:

«[…] Ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο εγκλήματα, αλλά και ποινικό δίκαιο και μαζί με αυτό και τον καθηγητή που κάνει παραδόσεις για το ποινικό δίκαιο και επιπλέον το αναπόφευκτο εγχειρίδιο, με το οποίο αυτός ο ίδιος ο καθηγητής ρίχνει τις παραδόσεις του στη γενική αγορά με τη μορφή “εμπορεύματος”… Ο εγκληματίας παράγει ακόμα όλη την αστυνομία και την ποινική δικαιοσύνη, τους δικαστικούς κλητήρες, τους δικαστές, τους δημίους, τους ενόρκους κ.λπ. Επίσης, ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο εγχειρίδια για το ποινικό δίκαιο, ούτε μόνο κώδικες ποινικής νομοθεσίας και μαζί τους ποινικούς νομοθέτες, αλλά και Τέχνη, λογοτεχνία, μυθιστορήματα…»

Στην εποχή μας, αυτό που αποκαλώ Ακαθάριστο Εγκληματικό Προϊόν αποτελεί την κινητήριο δύναμη, που κεντρίζει διαρκώς με τη ληστρική βουκέντρα της την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στους λευκούς και μαύρους κλάδους της οικονομίας.

«Η διαφθορά είναι σαν τους μοχλούς και τα υπομόχλια του Αρχιμήδη. Η εξουσία είναι τα γάντια που καλύπτουν τα χέρια που κλέβουν» – Ονορέ ντε Μπαλζάκ

Η παγκοσμιοποίηση των εγκληματικών κλάδων παραγωγής διαπερνάει οριζόντια κάθε κλάδο της οικονομίας. Μεγάλα και αφορολόγητα κέρδη επιτυγχάνονται μόνο μέσω της παράκαμψης και ωμής καταστρατήγησης των νομικών κανόνων που, υποτίθεται, προστατεύουν την ισονομία και τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Ακαταμέτρητα δισεκατομμύρια εγκληματικού πλούτου ξεπλένονται σε φορολογικούς παραδείσους που έχουν εμπορευματοποιήσει την εθνική ανεξαρτησία τους.

Περισσότερο από κάθε άλλη εποχή στην παγκόσμια ιστορία της ατιμίας, η συμβατική νομιμότητα συνυφαίνεται με την εγκληματική αντανάκλασή της· κάθε ανθρώπινη, πλέον, επινόηση ανοίγει κι έναν παράλληλο δρόμο για την εγκληματική εκδοχή της και αντιστρόφως.

Χωρίς την πολυπλόκαμη και πολλαπλασιαστική διαμεσολάβηση του οργανωμένου εγκλήματος, η παγκοσμιοποίηση της εποχής μας δεν θα είχε πάρει τη σημερινή μορφή της σε τόσο σύντομο, σχετικά, χρονικό διάστημα. Αν, όπως έλεγε ο Κλαούζεβιτς, ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, η οργανωμένη εγκληματική δράση, σε συμβιωτική και λειτουργική σχέση με την οικονομική, πολιτική και γραφειοκρατική διαφθορά, είναι η συνέχιση της συμβατικής νομιμότητας με άλλα μέσα.

Το οργανωμένο έγκλημα ανέκαθεν αναπτυσσόταν, σε στενή συνύφανση με τις προαναφερόμενες ελίτ, στο έλος του «Κακού Καθεστώτος» (Μπέρτολτ Μπρεχτ). Ενός καθεστώτος όπου το ακόρεστο κέρδος και η αδηφάγα ιδιοποίησή του επιβάλλουν την κυριαρχία της απληστίας, την κτηνωδία του θανάσιμου ανταγωνισμού, τον πόλεμο, την αχαλίνωτη αυθαιρεσία, την αχρεία ανεντιμότητα και τη φαύλη διαφθορά, την εκφοβιστική εκμετάλλευση της άγνοιας και των προκαταλήψεων, την υποκινούμενη ξενοφοβία, την αποξένωση, την αλλοτριωμένη αντικοινωνικότητα, την έλλειψη αλληλεγγύης και διάθεσης για αντεπίθεση και ανατροπές, που οι καιροί απαιτούν.

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, οι νεοαποικιοκρατικοί πόλεμοι που ακολούθησαν και εξακολουθούν να μαίνονται, η λεηλασία τεράστιων πλουτοπαραγωγικών περιοχών του πλανήτη και η συνεπακόλουθη καταδίκη σε ανείπωτη φτώχεια των τοπικών πληθυσμών προκαλούν βίαιους ξεριζωμούς εκατομμυρίων ανθρώπων, «εκσφενδονίζοντάς τους από τη συνηθισμένη τροχιά της ζωής τους» (Καρλ Μαρξ).

Ενα μεγάλο τμήμα αυτής της τεράστιας περιφερόμενης προσφυγικής και μεταναστευτικής εργατικής δύναμης, εξαναγκαζόμενη από την ανάγκη των περιστάσεων, προσφέρεται για βίαιη στρατολόγηση ή ως «“εθελοντές” εγκληματίες» (Καρλ Μαρξ) στους στρατούς των εθνικών και διεθνικών εγκληματικών οργανώσεων.

 

Στις καλένδες

Τα εγκλήματα των ισχυρών, ως επινόηση και πράξη, προπορεύονται πάντα της νομοθετικής και ποινικής αντιμετώπισής τους. Η ωρίμανση του πιθανού κολασμού τους είτε κινείται στο όριο της παραγραφής, είτε η προανάκριση δεν καταφέρνει να προσωποποιήσει τις ποινικές ευθύνες των ηθικών και φυσικών αυτουργών και η υπόθεση τίθεται στο αρχείο. Οταν εμπλέκονται δε πολιτικοί, οι κατηγορίες αντιμετωπίζονται πάντα ως χαλκευμένες από τη συμπολίτευση ή την αντιπολίτευση, και ρίχνονται στις καλένδες των αναβλητικών δικαστικών πρακτικών και των συνήθως αναποτελεσματικών κοινοβουλευτικών εξεταστικών επιτροπών.

Κάθε νέα νομοθετική αντιμετώπιση των εγκλημάτων των ισχυρών λαμβάνεται συνήθως μετά το ξέσπασμα μεγάλων σκανδάλων. Επειδή είναι, σχεδόν πάντοτε, απότοκο της σύγκρουσης ανταγωνιστικών συστημάτων διαφθοράς, γρήγορα μετουσιώνεται σε μεταρρυθμιστικό παράγοντα που διευκολύνει απλώς την ανακατανομή της πολιτικής εξουσίας και τον αναπροσανατολισμό των κονδυλίων του κρατικού προϋπολογισμού. Στον πυρήνα των νέων πολιτικών και οικονομικών συσχετισμών και των λυκοσυμμαχιών που προκύπτουν, εκκολάπτονται οι νέες συμβιωτικές και λειτουργικές σχέσεις διαφθοράς, οι οποίες, αργά ή γρήγορα, θα οδηγήσουν στο ξέσπασμα νέων σκανδάλων.

Από την άποψη αυτή, συμβαίνει ό,τι και με τις καπιταλιστικές κρίσεις: το κάθε μέτρο αντιμετώπισής τους μετουσιώνεται σε παράγοντα που επιταχύνει, αντί να απομακρύνει, το ξέσπασμα μιας επόμενης, πιο οξυμένης κρίσης.

Ο δικονομικός προσανατολισμός και οι πολιτικές του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου αδρανοποιούν τους παραδοσιακούς κρατικούς εποπτικούς και ρυθμιστικούς μηχανισμούς της οικονομίας. Η αντ’ αυτών προβαλλόμενη αυτορρύθμιση της αγοράς, που στην πράξη καθαγιάζει τις σχέσεις ταξικής ισχύος μέσω της υπερίσχυσης της ιδιωτικών έναντι των δημόσιων συμφερόντων, δημιουργεί νέες ευκαιρίες και διευκολύνει παρασκηνιακά την κατάληξη των εκλεκτικών συγγενειών τους σε εγκληματικές συμπράξεις των λευκών κολάρων, των πολιτικών, των κρατικών λειτουργών και του πανταχού παρόντος οργανωμένου εγκλήματος.

Σε συνθήκες βαριάς και παρατεταμένης κρίσης, το φαινόμενο της περιστρεφόμενης πόρτας επαναλαμβάνεται ξεδιάντροπα όσο ποτέ άλλοτε, σε πρωτοφανή κλίμακα. Επιχειρηματίες, τραπεζίτες και ανώτατα στελέχη του ιδιωτικού τομέα γίνονται πρόεδροι, πρωθυπουργοί και υπουργοί, και αντιστρόφως, πολιτικοί και κρατικοί αξιωματούχοι προσλαμβάνονται για να ηγηθούν των πολυεθνικών της βιομηχανίας και του χρήματος. Το φαινόμενο έχει αναχθεί σε σοβαρότατο εργαλείο γενίκευσης της θεσμοποιημένης διαφθοράς, αλλά και σε μηχανισμό διαρκούς απορρύθμισης των εθνικών και παγκόσμιων αγορών.

Η συμμετοχή μιας χώρας σε υπερεθνικές ολοκληρώσεις, και μάλιστα, υπό καθεστώς επιτροπείας, γεννά νέα πεδία διεθνικών συμβιωτικών εγκληματικών σχέσεων και διαφθοράς. Οι υπερεθνικοί μηχανισμοί που εξασφαλίζουν την ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων, εμπορευμάτων, κεφαλαίων και υπηρεσιών αποτελούν φυτώρια οικονομικών εγκλημάτων σε μεγάλη και πολύ μεγάλη κλίμακα. Διευκολύνουν δε τα μέγιστα τη διεθνική εξάπλωση και το ρίζωμα των εγκληματικών οργανώσεων τύπου μαφίας, ο τζίρος των οποίων, κατά τις πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις, υπερέβαινε το 2010 τα 135.000.000.000 ευρώ, ποσό μεγαλύτερο από το ΑΕΠ έξι κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

 

Διαφθορά

Παρά τις ευρωπαϊκές οδηγίες που έχουν ενσωματωθεί στα εθνικά δίκαια και στους μηχανισμούς δίωξης του οργανωμένου εγκλήματος και της ευρωπαϊκής διαφθοράς (Europol, Frontex, Eurojust), οι εγκληματικές οργανώσεις τύπου μαφίας ισχυροποιούνται και βασιλεύουν. Επιδεικνύουν δε εκπληκτική ικανότητα προσαρμογής στις σύγχρονες δομές του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού. Ολόκληρα τμήματα της οικονομίας βασίζονται σε εγκληματικής προέλευσης κεφάλαιο, το οποίο είναι αδύνατο να εντοπιστεί και να στοιχειοποιηθεί.

«Η διαφθορά είναι το πιο αλάνθαστο σύμπτωμα συνταγματικής ελευθερίας». Έντουαρντ Γκίμπσον, Άγγλος ιστορικός

Σε πολλές περιπτώσεις, οι οργανωτικές δομές του βρόμικου χρήματος έχουν συνυφανθεί εντυπωσιακά με τις οικονομίες ολόκληρων περιφερειών. Οι δε φορείς του έχουν αποκτήσει λαϊκό έρεισμα, το οποίο λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας και περαιτέρω ενίσχυσής τους. Παράδειγμα η Ντραγκέτα στην Ιταλία, με τις βαθύτερες ρίζες στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και παγκοσμίως, τα ετήσια έσοδα της οποίας υπολογίζονταν προ δεκαετίας σε τουλάχιστον 44.000.000.000 ευρώ.

Η ενεργητική και παθητική διαφθορά είναι το μέσο που κάνει δυνατή και λειτουργική τη συνέργεια των υπεράνω υποψίας εγκληματούντων πολιτικών, κρατικών και οικονομικών παραγόντων με το οργανωμένο έγκλημα. Προηγείται της ωμής βίας και λειτουργεί διαμεσολαβητικά, σαν χημική αντίδραση.

Το «Δωροδόκει χρησίμως» (Περίανδος) έχει νομοτελειακό χαρακτήρα επειδή επιτελεί μια εγγενή, γονιδιακή λειτουργία του καπιταλισμού. Η υπηρέτηση των κερδοσκοπιών αξιών και το ανταγωνιστικό κυνήγι της μεγιστοποίησης του ιερού συμφέροντος των μετόχων με κάθε μέσο αυτονόητα εξωθούν στη συμβιωτική διαπλοκή σύννομων και παράνομων οργανωμένων δράσεων.

Ο ρόλος της διαφθοράς είναι διπολικός: Από τη μια, λειτουργεί ως μέσο συγκράτησης της πτώσης του ποσοστού κέρδους και, από την άλλη, συμβάλλει στην επιτάχυνση της εκδήλωσης των παραγόντων που προκαλούν τις οικονομικές κρίσεις.

Διαβάζοντας τις σχετικές μονογραφίες του τόμου, θυμήθηκα μια δήλωση του επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Στήριξης Διοικητικών Μεταρρυθμίσεων για την καταπολέμηση της Διαφθοράς και την αντιμετώπιση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες, κυρίου T. Strijker: «[…] Η διαφθορά έχει πολύ μεγάλο εύρος και η αντιμετώπισή της θα ισοδυναμούσε με θαύμα […]» («Εφ.Συν.»).

 

Λευκά κολάρα

Τέτοιου είδους θαύματα ουδέποτε καταγράφηκαν σε κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς όπου κυριαρχεί η «δεσποτεία μιας τάξης πάνω στις άλλες τάξεις» (Καρλ Μαρξ). Ας σκεφτούμε όμως, έστω για μια στιγμή, την πιθανότητα: Αν, αίφνης, επικρατούσε το θαυματουργό απρόσμενο και στο αχρείο μυαλό των διαφθορέων και των διεφθαρμένων απονεκρωνόταν η αδήριτη ανάγκη τους να δωροδοκήσουν και να δωροδοκηθούν, τι ανάγκη θα είχε η κοινωνία τους λευκούς ιππότες της βιομηχανίας και της αριστοκρατίας του χρήματος, τους γκρίζους ιππότες του πολιτικού συστήματος και του κράτους, τους γραβατωμένους ιπποκόμους των συμβουλευτικών υπηρεσιών, τους ρασοφόρους ιππότες της παραδόπιστης πίστης, τους παρδαλούς ιππότες της ενημέρωσης, τους μαύρους ιππότες του οργανωμένου εγκλήματος και –αλίμονο!– τους περιστασιακούς αποδιοπομπαίους τράγους που τιμωρούνται παραδειγματικά, μήπως και δεν εξευτελιστεί εντελώς το κύρος της αξιοσέβαστης επιχειρηματικότητας και του Συντάγματος; Δεν θα κατέρρεαν τα θεμέλια της καθεστηκυίας τάξης του κόσμου, όπως τον βιώνουμε και τον βλέπουμε σήμερα να γυρίζει, και μάλιστα, χωρίς επανάσταση;

Κατά τη γνώμη μου, όλες οι μονογραφίες του τόμου, η καθεμιά από τη σκοπιά που εξετάζει τα εγκλήματα των ισχυρών, επιβεβαιώνουν το ότι ζούμε σε μια εποχή όπου ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός είναι, περισσότερο από ποτέ, αθεράπευτα έκθεσμος. Βρίσκεται σε ανειρήνευτη φαγωμάρα με την ίδια τη συνταγματική υπόστασή του. Πίσω από κάθε δημόσια υποκριτική έκφανσή του βυσσοδομούν αέναες παραθεσμικές και παρακρατικές εκτροπές, που τον κάνουν να μην ανέχεται ούτε τους νόθους κανόνες της προσχηματικής δημοκρατίας του ούτε τα ξεφτισμένα δεσμά των νόμων και των διεθνών συμβάσεων που υιοθετεί, για να ισορροπεί περιστασιακά τις συνέπειες του μέχρι θανάτου ανταγωνισμού των ολιγαρχικών ελίτ του.

Η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ύλη του τόμου διαρθρώνεται σε τέσσερις ενότητες: «Εγκλήματα των ισχυρών: κοινωνικός έλεγχος, θεωρία, έρευνα και πραγματικότητα» με έξι συμμετοχές, «Οψεις της διαφθοράς στην Ελλάδα» με δύο, «Οργανωμένο έγκλημα και σχέσεις εξουσίας» με τέσσερις και «Ερευνα και ανάκριση» με άλλες τέσσερις.

Απευθύνεται σε προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές, σε ερευνητές των φαινομένων αυτών και σε επαγγελματίες του ποινικοκατασταλτικού συστήματος (δικαστικούς λειτουργούς, αστυνομικούς, στελέχη του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα), αλλά και σε πολιτικούς και συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων κοινωνικής αναφοράς, που έχουν ως καμβά τους την εγκληματική διαπλοκή οικονομίας, πολιτικής, γραφειοκρατίας και οργανωμένου εγκλήματος και τη διαχρονική ατιμωρησία των εγκλημάτων των ισχυρών.

Ο Ιερώνυμος Λύκαρης είναι συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Το τελευταίο του μυθιστόρημα «Η εκδίκηση του Ναζωραίου» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Ως προς αυτό, ο Βαγγέλης, συγγραφέας του βιβλίου «Ανταρτοπόλεμος. Επαναστάτες, παρτιζάνοι, μαχητές» (εκδ. ΕΑΠ), καθηγητής Κοινωνιολογίας, είναι σαφής ευθύς εξαρχής. «Αυτό που επιχειρώ σ’ αυτή τη μελέτη είναι να αναδείξω όψεις του νεωτερικού και σύγχρονου πολέμου ως κοινωνικά φαινόμενα και όχι ως μιλιταριστικές εκφάνσεις. Με αφορά το αποτύπωμά τους στις ίδιες τις κοινωνίες» λέει για το βιβλίο του, που κυκλοφορεί στη σειρά «96 Plus» των εκδόσεων του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου.

Να μιλήσουμε για πόλεμο λοιπόν, αλλά να μιλήσουμε αλλιώς, αφού εκτός τις ιστορικής – κοινωνιολογικής κατεύθυνσής της, η μελέτη επιχειρεί επιπλέον κάτι εξίσου κομβικό. «Να επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση ζητήματα στα οποία συνήθως επενδύουν στρατοκρατικές λογικές από τις οποίες απουσιάζει η ουμανιστική προοπτική» εξηγεί ο συγγραφέας της.

«Αυτό που επιχειρώ σ’ αυτή τη μελέτη είναι να αναδείξω όψεις του νεωτερικού και σύγχρονου πολέμου ως κοινωνικά φαινόμενα και όχι ως μιλιταριστικές εκφάνσεις. Με αφορά το αποτύπωμά τους στις ίδιες τις κοινωνίες»

Η μελέτη του Βαγγέλη Τζούκα έρχεται να συστήσει για πρώτη φορά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μια μορφή διεξαγωγής πολεμικών συγκρούσεων που στην ελληνική βιβλιογραφία ή στα έργα που έχουν μεταφραστεί στη γλώσσα μας εμφανίζεται αποσπασματικά. Με τον περιορισμό του χώρου που θέτει η εκδοτική σειρά στην οποία εντάσσεται, η μελέτη, σύμφωνα με τον συγγραφέα της, «επιχειρεί μια ανάλυση του τρόπου με τον οποίο στο νεωτερικό και μετανεωτερικό μας κόσμο ένοπλες ομάδες, κυρίως στον αγροτικό χώρο, επιχείρησαν να αμφισβητήσουν εμπράκτως κυρίαρχα εξουσιαστικά μορφώματα με ‘ανορθόδοξο’ πόλεμο. Είναι μια προσπάθεια να ξεφύγουμε λίγο από τον εθνοκεντρισμό της ενασχόλησης μόνο με την, οπωσδήποτε σημαντική, ελληνική περίπτωση στην Κατοχή και στον Εμφύλιο».

Έτσι, στο βιβλίο παρατίθενται εμβληματικές περιπτώσεις διεξαγωγής ανταρτοπολέμου με χρονικό σημείο αφετηρίας τις μεγάλες νεωτερικές επαναστάσεις, τη Γαλλική, την Αμερικανική και τους Ναπολεόντειους Πολέμους, μέχρι και τους νέου τύπου πολέμους, για παράδειγμα στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.

«Είναι ενδεικτικό», προσθέτει, «ότι, μιλώντας για τις μεγάλες προσφυγικές ροές, σπανίως αναφέρεται το γεγονός ότι μια από τις βασικές χώρες προέλευσης των αιτούντων άσυλο, το Αφγανιστάν, είναι μια χώρα στην οποία διεξάγεται ένας ανελέητος ανταρτοπόλεμος εδώ και δεκαετίες».

«Ο ανταρτοπόλεμος πια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνιστά την πιο διαδεδομένη μορφή σύγκρουσης» εξηγεί ο Β. Τζούκας. «Ως εκ τούτου, οι μορφές με τις οποίες εμφανίστηκε ιστορικά θέτουν τόσο στους ειδικούς επιστήμονες όσο και στο ευρύ κοινό μεγάλα ερωτήματα σχετικά με το εύρος των κοινωνικών και πολιτικών μετασχηματισμών που συντελούνται όσο και με το ειδικό βάρος που αποκτούν επιμέρους στοιχεία, όπως η ιδεολογία, οι εθνοθρησκευτικές ταυτίσεις κ.λπ.».

 

Οπλοστάσιό μας η γνώση

Γιατί όμως να ενδιαφερθεί ένας αναγνώστης σήμερα να παρακολουθήσει αυτή τη διαδρομή, ρωτάμε τον συγγραφέα. «Σήμερα, που ζούμε σε έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο, στον οποίο πόλεμοι διαφόρων τύπων δεν είναι καθόλου ασυνήθιστοι, παρά τις μεγαλόπνοες διακηρύξεις ορισμένων για το τέλος της Ιστορίας, το να ασχοληθούμε ως ενεργοί πολίτες με αυτού του είδους την Ιστορία έχει να προσθέσει στο διανοητικό οπλοστάσιό μας γνώση που θα μας βοηθήσει με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας» απαντά. «Είναι ενδεικτικό», προσθέτει, «ότι, μιλώντας για τις μεγάλες προσφυγικές ροές, σπανίως αναφέρεται το γεγονός ότι μια από τις βασικές χώρες προέλευσης των αιτούντων άσυλο, το Αφγανιστάν, είναι μια χώρα στην οποία διεξάγεται ένας ανελέητος ανταρτοπόλεμος εδώ και δεκαετίες».

Το βιβλίο «Ανταρτοπόλεμος. Επαναστάτες, παρτιζάνοι, μαχητές» θα παρουσιαστεί τη Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου (7 μ.μ.) στο βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει» (Ακαδημίας 32). Εκτός από τον συγγραφέα θα μιλήσουν ο Νίκος Βαφέας, αν. καθηγητής Ιστορικής και Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, και ο Σωτήρης Ριζάς, διευθυντής του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

Πηγή: Αυγή

Ο συγγραφέας ξεκινάει το βιβλίο με μια σύντομη και συνάμα πυκνή εννοιολόγηση, αλλά και ιστορικοποίηση του ζητήματος, για να προχωρήσει έπειτα σε μια χρονολογική του ανάλυση, εκτεινόμενη από την Αμερικανική και την Οκτωβριανή Επανάσταση μέχρι την σοβιετική —αλλά και την αμερικανική— επέμβαση στο Αφγανιστάν. Στο βιβλίο μπορεί να βρει κανείς στοιχεία για τον «ανορθόδοξο πόλεμο» (όπως είθισται να λέγεται ο ανταρτοπόλεμος) κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και για την αποαποικιοποίηση στην Κίνα, την Κούβα, το Βιετνάμ και την Αλγερία.

Ο Τζούκας δεν φορτώνει το κείμενο με πληθώρα υποσημειώσεων, μια συνειδητή νομίζουμε επιλογή, δημιουργώντας έτσι μια αδιατάρακτη ροή κειμένου. Η τελευταία κάνει το βιβλίο πολύ ελκυστικό και την ανάγνωσή του πολύ ευχάριστη, ιδίως για τους μη μυημένους στο θέμα, λειτουργώντας ως μια εισαγωγή στο ζήτημα. Η παράθεση μιας ενδεικτικής, βασικής βιβλιογραφίας για το θέμα μπορεί να λειτουργήσει και ως οδηγός για όσους επιδιώξουν να εντρυφήσουν στο ζήτημα ή σε κάποιες πτυχές του.

Υπάρχουν τρεις διαφορετικές και αλληλένδετες πτυχές τις οποίες ο συγγραφέας αναλύει στην κάθε περίπτωση που παρουσιάζει. Πρώτον, προχωράει σε μια σύντομη παράθεση του οικονομικοκοινωνικού πλαισίου, η οποία βοηθάει τον αναγνώστη να κατανοήσει τις ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύσσεται ο ανταρτοπόλεμος. Δεύτερον, αναλύει, όπου αυτό είναι δυνατό, τις τακτικές και στρατηγικές των αντάρτικων δυνάμεων και παρουσιάζει, επιπλέον, τις θεωρητικές συλλήψεις των πρωταγωνιστών τους, λ.χ. του Μάο Τσετούνγκ ή του Τσε Γκεβάρα. Τρίτον, παρουσιάζει τις στρατηγικές και τακτικές των κυρίαρχων, λ.χ. των κυβερνώντων ή των αποικιακών δυνάμεων, στην ανάπτυξη του αντι-ανταρτοπόλεμου. Αυτή η πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση της προσπάθειας αναχαίτισης των ανταρτών καταδεικνύει και τους λόγους αποτυχίας αυτών των τακτικών, οι οποίες συνήθως, εάν όχι πάντα, βασίζονται στην εντεινόμενη και στυγνή βία κατά του τοπικού πληθυσμού.

Το πολύ ενδιαφέρον αυτό πόνημα του Τζούκα έχει βέβαια ορισμένες αδυναμίες και ελλείψεις. Ενδεικτικά, μια μικρή παράλειψη είναι η απουσία αναφορών στους στρατηγούς Τζου Ντε (Zhu De) και Πενγκ Ντεχουάι (Peng Dehuai), οι οποίοι πλαισίωσαν τη στρατιωτική προσπάθεια τόσο σε επίπεδο κατάρτισης όσο και εφαρμογής των στρατιωτικών σχεδίων, αλλά και την πολιτική στήριξη των προαναφερθέντων στον Μάο και τις στρατηγικές που ο τελευταίος ανέπτυξε, και τις οποίες αναλύει ο Τζούκας στο βιβλίο.

Η πολύ ενδιαφέρουσα και πλούσια αναφορά στην περίπτωση του Βιετνάμ, τόσο κατά τη γαλλική αποικιοκρατία όσο και κατά την αμερικανική επέμβαση, θα ήταν πληρέστερη εάν εξεταζόταν από κοινού με την αντίστοιχη της Καμπότζης. Επίσης, κατά τη δεύτερη αναφορά στην περίοδο της αμερικανικής επέμβασης δίνεται πολύ μεγαλύτερο βάρος στο πολιτικό πλαίσιο του ανταρτοπόλεμου, κάτι που συνεχίζεται από αυτό το σημείο του βιβλίου κι έπειτα, παρά στον ανταρτοπόλεμο καθεαυτό. Μια σύγκριση των τακτικών και της στρατηγικής των δύο περιόδων του ανταρτοπόλεμουστο Βιετνάμ θα ήταν χρήσιμη, όπως επίσης και κάποια αναφορά στα Κού Τσι (Củ Chi) τούνελς. Μια αναφορά στα τελευταία θα έδενε διαλεκτικά με την παράθεση των τακτικών του αντι-ανταρτοπόλεμου και της προσπάθειες ασφυκτικού ελέγχου του χώρου απ’ τα γαλλικά και αμερικανικά στρατεύματα, και θα βοηθούσε στην εξήγηση της αποτυχίας τους. Ενδιαφέρoν θα είχε και κάπoια εμβριθέστερη ανάλυση των αφρικανικών περιπτώσεων, μια και δεν προσφέρεται τίποτα πέρα από μια σύντoμη αναφoρά στην απoτυχημένη πρoσπάθεια τoυ Τσε στo Κoνγκό και μια γενική αναφορά επ’ αφορμή της παρουσίασης του Φραντς Φανόν και του έργου του, αλλά και στις πιο σύγχρονες περιπτώσεις του Περού και του Νεπάλ. Η πιο σημαντική έλλειψη είναι συνειδητή: Πρόκειται για το γεγονός πως ο συγγραφέας επέλεξε να μην ασχοληθεί με την περίπτωση του αντάρτικου πόλεων. Μια τέτοια ενασχόληση όμως θα ενίσχυε την παρουσίαση, είτε σε ζητήματα με τα οποία ο Τζούκας καταπιάστηκε είτε σε άλλα τα οποία λόγω αυτής της επιλογής έμειναν εκτός. Στην πρώτη περίπτωση θα μπορούσε να πλαισιώσει το κεφάλαιο του Β’ Π.Π. με την πρακτική του αντάρτικου πόλεων, κάνοντας μνεία λ.χ. στην ομάδα Μανουχιάν ή την ΟΠΛΑ. Στη δεύτερη θα μπορούσε να μας διαφωτίσει για το πώς εξελίχθηκε το λατινοαμερικάνικο αντάρτικο, από την Κούβα, την περίπτωση της οποίας αναλύει εκτενώς, ως την περίπτωση του Μαριγκέλα, των Τουπαμάρος ή των Μοντενέρος. Επίσης, θα μπορούσε να εντάξει και τη μεταπολεμική Ευρώπη στο βιβλίο, με τις περιπτώσεις της ΕΤΑ στην Ισπανία ή των Ερυθρών Ταξιαρχιών στην Ιταλία.

Προφανώς, το γεγονός ότι το βιβλίο εντάσσεται στην σειρά 96PLUS των Εκδόσεων ΕΑΠ, μια σειρά δηλαδή η οποία φιλοδοξεί να αποτελέσει σύντομη εισαγωγή σε σειρά ζητημάτων, θέτει περιορισμούς στον εκάστοτε συγγραφέα, οδηγώντας τον σε ιεραρχήσεις και αναγκαίες παραλείψεις. Δυστυχώς, όμως, ο φετιχισμός της φόρμας μπορεί πολλές φορές να αδικήσει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, τα υπό διαπραγμάτευση ζητήματα. Ως εκ τούτου, θεωρούμε πως θα έπρεπε να προτιμάται η ευέλικτη μεταφορά έργων σε άλλες σειρές, εφόσον αυτό θα υπηρετούσε το θέμα, παρά να υπηρετείται τελικά η φόρμα.

Εν κατακλείδι, ο Τζούκας έχει μια εξαιρετική εποπτεία του θέματος και τη μεταδίδει με εξίσου άμεσο και εύληπτο τρόπο στον αναγνώστη. Μετά το πέρας της ανάγνωσης, ο αναγνώστης αποκτά μια γενική εικόνα τόσο του ανταρτοπόλεμου όσο και του αντι-ανταρτοπόλεμου, και επιπλέον αποκτά πρόσβαση στη βασική βιβλιογραφία για το ζήτημα. Τέλος, η ιστορικοποίηση της κάθε περίπτωσης μέσω της έκθεσης του αναγνώστη στο εκάστοτε κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο βοηθάει στην πιο βαθιά κατανόηση του θέματος. Ευελπιστούμε πως σε μια επόμενη έκδοση ο Τζούκας θα καταπιαστεί με τον ίδιο τρόπο και με το αντάρτικο πόλεων, ολοκληρώνοντας την εικόνα.

Ο Χρίστος Μάης είναι υποψήφιος διδάκτορας πολιτισμικής ιστορίας και σπουδών βιβλίου. Έχει συνεργαστεί με τις εκδόσεις «Προλεταριακή Σημαία» και «Εκτός των Τειχών», κυρίως ως μεταφραστής, και έχει αρθρογραφήσει σε διάφορα έντυπα (Προλεταριακή Σημαία, Αντίθεση, Πριν, Δρόμος της Αριστεράς, Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου και Έρευνας, Σύγχρονα Θέματα, ΥΦΕΝ) και ιστολόγια, μεταξύ άλλων και για θέματα βιβλίου.

Πηγή: marginalia